ΑΠΟΨΕΙΣ

«Η σιωπή που χρειάζεται κατανόηση: Μια ματιά στην Επιλεκτική Αλαλία»

Η Μαρία, 5 ετών, γελάει, τραγουδάει και διηγείται ιστορίες στο σπίτι με την οικογένειά της. Όμως στο σχολείο, μπροστά στους συμμαθητές και τη δασκάλα, παραμένει σιωπηλή. Δεν είναι ντροπαλή ούτε αδιάφορη. Αυτή η κατάσταση είναι χαρακτηριστική της Επιλεκτικής Αλαλίας (Selective Mutism), μιας αγχώδους διαταραχής που δυσκολεύει την ομιλία σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα.

της Μαρίας Κωνσταντινοπούλου – Ψυχολόγος-Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια Θεραπεύτρια PCIT-SM,
Διεθνής Συντονίστρια Επιλεκτικής Αλαλίας για την Ελλάδα από την SMA, Ιδρύτρια και Πρόεδρος Ελληνικού Συλλόγου Επιλεκτικής Αλαλίας (ΕΣΕΑΛ)

Η Επιλεκτική Αλαλία δεν σημαίνει ότι το παιδί δεν μπορεί ή δεν θέλει να μιλήσει. Τα παιδιά συχνά μιλούν άνετα στο σπίτι, γελούν με τα αδέλφια τους ή διηγούνται ιστορίες, αλλά σε άλλα περιβάλλοντα το άγχος μπλοκάρει τη φωνή τους. Αυτό δημιουργεί ένα χάσμα ανάμεσα στην εικόνα του παιδιού στο σπίτι και σε δημόσιους χώρους. Οι γονείς συχνά αισθάνονται αμηχανία, ενώ οι εκπαιδευτικοί δυσκολεύονται να καταλάβουν αν πρόκειται για άρνηση, χειριστική συμπεριφορά ή πραγματική δυσκολία.

Παρά το γεγονός ότι η διαταραχή δεν είναι σπάνια, παραμένει σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό. Πολλά παιδιά μένουν αόρατα στις συζητήσεις για την ψυχική υγεία, επειδή η σιωπή τους περνά εύκολα απαρατήρητη. Η κατανόηση του φαινομένου είναι σημαντική: η έγκαιρη αναγνώριση και η σωστή υποστήριξη μπορούν να μειώσουν δυσκολίες στην κοινωνική ζωή, την αυτοπεποίθηση και τη συμμετοχή στο σχολείο.

Η διαταραχή εμφανίζεται κυρίως στην προσχολική και πρώιμη σχολική ηλικία. Διεθνή επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι αφορά περίπου 0,1% έως 2% των παιδιών, και συχνά παραμένει αδιάγνωστη για χρόνια, καθώς συγχέεται με έντονη ντροπαλότητα ή χειριστική συμπεριφορά. Επιπλέον, πολλά παιδιά με Επιλεκτική Αλαλία εμφανίζουν και άλλες αγχώδεις διαταραχές, κυρίως κοινωνική φοβία ή άγχος αποχωρισμού.

Αιτίες και παράγοντες κινδύνου

Η Επιλεκτική Αλαλία έχει πολυπαραγοντική αιτιολογία, με αλληλεπίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Συχνά παρατηρείται ιστορικό παρόμοιων συμπτωμάτων στην οικογένεια, γεγονός που υποδηλώνει ρόλο της κληρονομικότητας. Ταυτόχρονα, παράγοντες όπως η διγλωσσία, αλλαγές σχολικού ή κοινωνικού περιβάλλοντος, πίεση για ομιλία, υποτίμηση της δυσκολίας, φαίνεται να αυξάνουν τον κίνδυνο.

Η εμπειρία δείχνει ότι τα παιδιά ανταποκρίνονται καλύτερα όταν οι ενήλικες διαχειρίζονται την κατάσταση με ηρεμία και υποστήριξη. Δεν χρειάζονται πίεση ή βιαστικά βήματα. Χρειάζονται ευκαιρίες για σταδιακή συμμετοχή, παιχνίδι, επαναλαμβανόμενες θετικές εμπειρίες και συνεργασία γονιών, δασκάλων και ειδικών. Ακόμα και ένα μικρό βήμα, όπως να μιλήσουν μόνο με έναν φίλο ή να ψιθυρίσουν σε έναν δάσκαλο, μπορεί να είναι σημαντική πρόοδος.

Διεθνής έρευνα και πρακτικές παρέμβασης

Οι σύγχρονες μελέτες υποστηρίζουν ότι η παρέμβαση με σταδιακή έκθεση αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχίας. Η προσέγγιση αυτή περιλαμβάνει σταδιακή ενίσχυση της ομιλίας, ξεκινώντας με απαντήσεις σε άτομα με τα οποία το παιδί αισθάνεται ασφαλές, και προχωρώντας σε μεγαλύτερες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Τα δεδομένα δείχνουν ότι παιδιά που λαμβάνουν έγκαιρη και μεθοδική υποστήριξη παρουσιάζουν σημαντική πρόοδο.

Γιατί αφορά όλους μας

Η Επιλεκτική Αλαλία δεν είναι ιδιορρυθμία ούτε «φάση» που θα περάσει μόνη της. Πρόκειται για μια αγχώδη διαταραχή που επηρεάζει τη σχολική εμπειρία, την κοινωνικοποίηση και τη συναισθηματική ανάπτυξη πολλών παιδιών.

Η έγκαιρη αναγνώριση, η σωστή ενημέρωση και η αποφυγή παρεξηγήσεων γύρω από τη σιωπή ενός παιδιού μπορούν να μειώσουν το στίγμα και να διευκολύνουν την πρόσβαση στην κατάλληλη υποστήριξη.

Γράφει: η Μαρία Κωνσταντινοπούλου – Ψυχολόγος-Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια, Θεραπεύτρια PCIT-SM, Διεθνής Συντονίστρια Επιλεκτικής Αλαλίας για την Ελλάδα από την SMA, Ιδρύτρια και Πρόεδρος Ελληνικού Συλλόγου Επιλεκτικής Αλαλίας (ΕΣΕΑΛ)