Μια βιωματική εμπειρία που ανέδειξε τη θεατροπαιδαγωγική διαδικασία όχι μόνο ως μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης, αλλά ως έναν χώρο όπου μπορούν να καλλιεργηθούν η ενσυναίσθηση, η αποδοχή, η αυτοέκφραση, η κοινωνική αλληλεπίδραση και η αίσθηση του «ανήκειν».
Της Γεωργίας Βαρδιάμπαση- Θεατροπαιδαγωγός ειδικής αγωγής
Υπάρχουν συναντήσεις που ξεκινούν χωρίς να γνωρίζουμε τι αποτύπωμα θα αφήσουν πίσω τους. Μια τέτοια συνάντηση ήταν και η θεατροπαιδαγωγική δράση που σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε με τη συμμετοχή μαθητών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ενηλίκων ωφελούμενων δομής- υποστήριξης ατόμων με αναπηρία, ηλικίας 18 έως 75 ετών, με αναπτυξιακές, ψυχοσυναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες.
Η βασική επιδίωξη δεν ήταν να παρουσιαστεί μια δράση «για» την αναπηρία, αλλά να δημιουργηθεί ένας κοινός χώρος όπου παιδιά, έφηβοι και ενήλικες θα μπορούσαν να συναντηθούν ως ισότιμοι συμμετέχοντες μέσα από το παιχνίδι, την κίνηση, τον αυτοσχεδιασμό και τη συλλογική δημιουργία.
Στην δράση αυτή αξιοποιήθηκαν τεχνικές του θεάτρου στην εκπαίδευση, του θεατρικού παιχνιδιού και στοιχεία του κουκλοθεάτρου (Παρούση, 2012, σ. 145–167), με έμφαση στη σωματική και μη λεκτική επικοινωνία, στον συγχρονισμό, στην εμπιστοσύνη και στη συνεργασία. Βασιστήκαμ στη βιωματική προσέγγιση του θεάτρου και στη δυνατότητά του να δημιουργεί ένα ασφαλές πεδίο συνάντησης, όπου η επικοινωνία δεν περιορίζεται στον λόγο.
Κατά τη διάρκεια της εφαρμογής παρατηρήθηκε σταδιακή μεταβολή της αρχικής αμηχανίας των μαθητών και μεγαλύτερη εξοικείωση με τους ενήλικες συμμετέχοντες. Μέσα από την κοινή θεατρική εμπειρία, η αναπηρία έπαψε σταδιακά να αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της πρώτης γνωριμίας και τη θέση της πήραν η κοινή δράση, το παιχνίδι, το χαμόγελο, η συνεργασία και η δημιουργία.
Αφετηρία μας: η ανάγκη να συναντηθούμε
Το θέατρο στην εκπαίδευση ήταν ανέκαθεν, για μένα, κάτι περισσότερο από μια καλλιτεχνική δραστηριότητα. Είναι ένας τρόπος να συναντιούνται οι άνθρωποι. Μπορεί να δημιουργήσει έναν χώρο όπου κάποιος δεν χρειάζεται να είναι ο καλύτερος, ο πιο γρήγορος, ο πιο εκφραστικός ή ο πιο κοινωνικός. Μπορεί να συμμετέχει με τον δικό του τρόπο, με το σώμα, το βλέμμα, μια κίνηση, έναν ήχο, ένα χαμόγελο. Αυτή η δυνατότητα του θεάτρου αποτέλεσε την αφετηρία της συγκεκριμένης δράσης. Η ιδέα ήταν απλή αλλά ουσιαστική: να συναντηθούν μαθητές πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με ενήλικες ωφελούμενους μιας δομής υποστήριξης ατόμων με αναπηρία και να δημιουργήσουν μαζί. Δεν θέλαμε μια επίσκεψη όπου οι μαθητές θα έρχονταν να «γνωρίσουν» ανθρώπους με αναπηρία. Δεν θέλαμε μια δραστηριότητα στην οποία κάποιοι θα ήταν οι «βοηθοί» και κάποιοι οι «ωφελούμενοι». Θέλαμε μια βαθύτερη συνάντηση, μια κοινή εμπειρία, έναν χώρο όπου όλοι θα είχαν κάτι να δώσουν και κάτι να πάρουν. Η σύγχρονη προσέγγιση της συμπερίληψης δεν περιορίζεται στη φυσική παρουσία διαφορετικών ομάδων στον ίδιο χώρο. Αφορά τη δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής, αναγνώρισης, σχέσης και συνύπαρξης.
Αντίστοιχα, η σύγχρονη έρευνα στη θεατροπαιδαγωγική αναδεικνύει τη δυνατότητα των δραματικών πρακτικών να λειτουργούν ως πεδία συνεργασίας, ενσυναίσθησης και μετασχηματισμού των στάσεων απέναντι στη διαφορετικότητα. Έτσι, ο σχεδιασμός της δράσης δεν ξεκίνησε από την ερώτηση «τί θα διδάξουμε;», αλλά: «Πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε άνθρωποι που συνήθως δεν συναντιούνται να συναντηθούν πραγματικά;»
Η προετοιμασία
Πριν από την επίσκεψη των μαθητών, οι ωφελούμενοι της δομής συμμετείχαν σε ένα σταθερό πρόγραμμα θεατρικού παιχνιδιού δύο φορές την εβδομάδα, διάρκειας 45 λεπτών. Η προετοιμασία αυτή ήταν σημαντική. Δεν ήθελα η συνάντηση να είναι κάτι ξαφνικό. Ήθελα οι συμμετέχοντες να έχουν προηγουμένως γνωρίσει τον θεατρικό χώρο, να έχουν εξοικειωθεί με την κίνηση, το παιχνίδι, τον αυτοσχεδιασμό και τη λειτουργία της ομάδας. Οι δραστηριότητες βασίστηκαν στη σωματική έκφραση, στη μη λεκτική επικοινωνία, στον ρυθμό, στον αυτοσχεδιασμό και στη δημιουργία ασφαλών συνθηκών αλληλεπίδρασης. Στόχος δεν ήταν να προετοιμαστούν για μια «παράσταση». Στόχος ήταν να αισθανθούν ότι μπορούν να συμμετέχουν. Ότι η παρουσία τους έχει αξία. Ότι υπάρχει χώρος για τον δικό τους τρόπο έκφρασης.
Η πρώτη συνάντηση: από την αμηχανία στην ουσιαστική επαφή
Η επίσκεψη των μαθητών στη δομή είχε διάρκεια περίπου μιάμιση ώρα. Στην αρχή υπήρχε ενθουσιασμός, αλλά και αμηχανία. Και αυτό ήταν απολύτως φυσικό. Οι μαθητές συναντούσαν ανθρώπους που δεν γνώριζαν. Οι ενήλικες συμμετέχοντες συναντούσαν μια ομάδα παιδιών και εφήβων που έμπαινε για πρώτη φορά στον χώρο τους. Πριν ακόμη ξεκινήσει η πρώτη δραστηριότητα, υπήρχαν βλέμματα. Παρατήρηση. Μικρές αποστάσεις. Αβεβαιότητα για το τι πρέπει να κάνω, πώς πρέπει να πλησιάσω, τι πρέπει να πω. Δεν προσπάθησα να εξηγήσω εκείνη τη στιγμή τι σημαίνει αποδοχή. Προτίμησα να δημιουργήσουμε μια εμπειρία μέσα από την οποία θα μπορούσε να γεννηθεί.
Καθίσαμε όλοι σε έναν κύκλο. Κάθε συμμετέχων έλεγε το όνομά του και το συνόδευε με μια αυθόρμητη κίνηση. Στη συνέχεια όλη η ομάδα επαναλάμβανε το όνομα και την κίνηση. Ήταν μια απλή δραστηριότητα γνωριμίας. Όμως, μέσα από αυτήν, συνέβη κάτι πολύ σημαντικό. Ο άνθρωπος απέναντί μου απέκτησε όνομα, κίνηση και θέση στον κύκλο. Δεν ήταν πλέον απλώς «κάποιος από τη δομή». Ήταν ο Γιάννης, η Μαρία, ο Κώστας, η Ελένη. Ήταν ένα πρόσωπο που μόλις μας είχε δείξει κάτι δικό του. Και εμείς το επαναλάβαμε. Το αναγνωρίσαμε. Το αποδεχτήκαμε.
Όταν το σώμα γίνεται γλώσσα σύνδεσης
Στη συνέχεια περάσαμε σε δραστηριότητες σωματικής ενεργοποίησης και μη λεκτικής επικοινωνίας. Οι συμμετέχοντες κινήθηκαν ελεύθερα στον χώρο, συναντήθηκαν, αντάλλαξαν χειραψίες, χαμόγελα και θετικά σχόλια και δοκίμασαν διαφορετικές ποιότητες κίνησης και φαντασιακούς ρόλους (Γκόβας, 2002, σ. 92–111). Η διαδικασία αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία, γιατί η επικοινωνία δεν στηριζόταν αποκλειστικά στον λόγο. Το σώμα έγινε η κοινή μας γλώσσα. Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικά στη θεατροπαιδαγωγική εργασία. Δεν χρειάζεται όλοι να επικοινωνούν με τον ίδιο τρόπο. Κάποιος μπορεί να μιλήσει πολύ. Κάποιος μπορεί να κινηθεί. Κάποιος μπορεί να χαμογελάσει. Κάποιος μπορεί να παρατηρήσει. Κάποιος μπορεί να επαναλάβει μια κίνηση. Όλες αυτές οι μορφές συμμετοχής μπορούν να έχουν θέση μέσα σε έναν συμπεριληπτικό θεατρικό χώρο.
Οι μεταμορφώσεις των χεριών
Μία από τις δραστηριότητες που ξεχώρισαν ήταν οι «μεταμορφώσεις των χεριών». Τα χέρια έγιναν το βασικό εργαλείο έκφρασης. Χέρια που χαιρετούν. Χέρια που φοβούνται. Χέρια που χαίρονται. Χέρια που γίνονται πουλιά, δέντρα, φλόγες. Μέσα από αυτή τη δραστηριότητα η έκφραση μετακινήθηκε από τον λόγο στο σώμα και στον συμβολισμό (Παρούση, 2012, σ. 145–150). Και ίσως εκεί ακριβώς να έγινε το πρώτο μεγάλο βήμα προς την ουσιαστική επικοινωνία. Δεν χρειαζόταν να βρούμε τις σωστές λέξεις, παρά μόνο να αφήσουμε τα χέρια να μιλήσουν.
Ο καθρέφτης: μαθαίνοντας να κοιτάζω τον άλλον
Στη συνέχεια δημιουργήσαμε ζευγάρια και παίξαμε το παιχνίδι του καθρέφτη. Ο ένας συμμετέχων κινούνταν και ο άλλος ακολουθούσε τις κινήσεις του σαν να ήταν η αντανάκλασή του. Στην αρχή υπήρχαν γέλια και αμηχανία. Υπήρχαν στιγμές που ο ένας κινούνταν πιο γρήγορα από τον άλλον. Σταδιακά όμως άρχισε να δημιουργείται ένας διαφορετικός ρυθμός. Ο ένας περίμενε, όσο ο άλλος παρατηρούσε. Ο ένας προσαρμοζόταν. Ο άλλος ανταποκρινόταν. Ο καθρέφτης δεν είναι απλώς μια άσκηση μίμησης. Είναι μια άσκηση παρατήρησης και συντονισμού. Για να ακολουθήσεις τον άλλον, πρέπει πρώτα να τον προσέξεις. Να δεις την κίνησή του. Να σεβαστείς τον ρυθμό του. Να προσαρμοστείς. Με έναν απλό θεατρικό τρόπο, οι συμμετέχοντες βίωσαν κάτι που αποτελεί βασικό στοιχείο της κοινωνικής συνύπαρξης: δεν χρειάζεται ο άλλος να κινηθεί όπως εγώ· χρειάζεται να βρούμε έναν τρόπο να κινηθούμε μαζί.
Ο «τοίχος προστασίας»
Η επόμενη δραστηριότητα ήταν ο «τοίχος προστασίας». Ένα άτομο στεκόταν στο κέντρο του κύκλου με κλειστά μάτια και τα υπόλοιπα μέλη δημιουργούσαν γύρω του έναν προστατευτικό κύκλο. Η συγκεκριμένη άσκηση απαιτεί εμπιστοσύνη και προσοχή (Γκόβας, 2002, σ. 51–60). Για εκείνον που βρίσκεται στο κέντρο, υπάρχει η εμπειρία του «αφήνομαι». Για τους υπόλοιπους, υπάρχει η εμπειρία του «σε προσέχω». Και για όλους υπάρχει η εμπειρία του «ανήκω σε μια ομάδα». Η έννοια της ασφάλειας, επομένως, δεν παρέμεινε μια θεωρητική έννοια. Έγινε σωματική εμπειρία. Έγινε ένας κύκλος ανθρώπων γύρω από έναν άλλον άνθρωπο.
Έκφραση με τα χέρια, μία κοινή εμπειρία
Η δράση κορυφώθηκε με τη δημιουργία ενός σύντομου θεατρικού δρώμενου. Το βασικό μας σύμβολο ήταν η παλάμη και τα δάχτυλα. Κάθε δάχτυλο είναι διαφορετικό. Έχει διαφορετικό μήκος, διαφορετική θέση, διαφορετική λειτουργία. Κανένα όμως δεν είναι περιττό. Και όταν όλα μαζί ενώνονται, δημιουργούν μια παλάμη που μπορεί να αγκαλιάσει, να κρατήσει, να βοηθήσει, να δημιουργήσει. Οι συμμετέχοντες δημιούργησαν μια κοινή σκηνική εικόνα, ενώνοντας τις παλάμες και τα χέρια τους. Η συγκεκριμένη επιλογή βασίστηκε στη συμβολική λειτουργία των χεριών ως στοιχείου συλλογικότητας και κοινής δημιουργίας (Παρούση, 2012, σ. 150–157). Για μένα, η εικόνα αυτή είχε μεγαλύτερη δύναμη από οποιαδήποτε λεκτική εξήγηση. Δεν χρειαζόταν να πούμε: «Είμαστε όλοι διαφορετικοί αλλά ίσοι». Το βλέπαμε. Πολλά διαφορετικά χέρια είχαν δημιουργήσει μία κοινή εικόνα.
Η στιγμή που κάμπτονται οι αντιστάσεις
Καθώς η δράση προχωρούσε, παρατηρούσα κάτι που με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Η αρχική απόσταση άρχισε να μειώνεται. Οι μαθητές άρχισαν να πλησιάζουν περισσότερο τους ενήλικες συμμετέχοντες. Να τους περιμένουν. Να τους βοηθούν όταν χρειαζόταν. Να γελούν μαζί τους. Να αναζητούν ξανά το βλέμμα τους. Η σχέση είχε αρχίσει να μετατοπίζεται. Στην αρχή υπήρχε η εικόνα του «άλλου». Στη συνέχεια υπήρχε ο συμπαίκτης. Ο άνθρωπος με τον οποίο έπρεπε να συνεργαστώ. Ο άνθρωπος που περίμενε να κάνω την επόμενη κίνηση. Ο άνθρωπος που μου χαμογέλασε. Αυτό ήταν ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο της δράσης. Η αναπηρία δεν εξαφανίστηκε. Και δεν ήταν αυτός ο στόχος. Απλώς έπαψε να είναι το μοναδικό πράγμα μέσα από το οποίο οι συμμετέχοντες έβλεπαν ο ένας τον άλλον. Η κοινή εμπειρία δημιούργησε μια νέα βάση σχέσης
Ο φόβος της κριτικής
Ένα ακόμη στοιχείο που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση αφορούσε τους μεγαλύτερους μαθητές. Αρκετοί από αυτούς δυσκολεύτηκαν αρχικά να αφεθούν στον αυθορμητισμό και στη φαντασία. Ήταν σαν να χρειάζονταν την άδεια να παίξουν. Να κινηθούν, χωρίς να φοβούνται ότι κάποιος θα τους κρίνει. Να εκφραστούν χωρίς να υπάρχει «σωστή» απάντηση. Παρατήρησα ότι όταν η δράση απέκτησε πιο σαφή δραματουργική δομή και οδηγήθηκε προς ένα κοινό θεατρικό αποτέλεσμα, η ασφάλεια αυξήθηκε και μαζί της η συμμετοχή. Η παρατήρηση αυτή με έκανε να σκεφτώ ξανά τη θέση της θεατρικής αγωγής στο σχολείο. Πόσο συχνά δίνουμε στα παιδιά και στους εφήβους τη δυνατότητα να εκφραστούν χωρίς να αξιολογούνται; Πόσο συχνά τους επιτρέπουμε να δοκιμάσουν, να αποτύχουν, να ξαναδοκιμάσουν, να γελάσουν, να κινηθούν και να δημιουργήσουν μαζί; Η θεατροπαιδαγωγική διαδικασία μπορεί να προσφέρει ακριβώς αυτόν τον χώρο.
Το αποτύπωμα μιας κοινής εμπειρίας
Η δράση ολοκληρώθηκε με μια πιο ήρεμη διαδικασία εικαστικής έκφρασης. Οι συμμετέχοντες αποτύπωσαν τις παλάμες τους και ζωγράφισαν ή κατέγραψαν συναισθήματα και εμπειρίες. Μετά από όλη την κίνηση, το παιχνίδι και τη συνάντηση, επιστρέψαμε ξανά στα χέρια. Μόνο που αυτή τη φορά τα χέρια είχαν ήδη αποκτήσει μια κοινή ιστορία. Δεν ήταν απλώς ένα εικαστικό αποτύπωμα. Ήταν το ίχνος μιας συνάντησης.
Τι μας δίδαξε η συνάντηση
Η συγκεκριμένη θεατροπαιδαγωγική δράση ανέδειξε τη δυνατότητα του θεάτρου να λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, εμπειριών και τρόπων επικοινωνίας. Η σωματική έκφραση, η μη λεκτική επικοινωνία, ο αυτοσχεδιασμός, ο καθρέφτης, οι δραστηριότητες εμπιστοσύνης και η συλλογική δημιουργία δημιούργησαν ένα κοινό βιωματικό πεδίο.
Μέσα σε αυτό το πεδίο παρατηρήθηκε:
- μείωση της αρχικής αμηχανίας,
- αυξημένη αλληλεπίδραση μεταξύ των συμμετεχόντων,
- ενίσχυση της συνεργασίας,
- ενθάρρυνση της αυτοέκφρασης,
- ενεργοποίηση της μη λεκτικής επικοινωνίας,
- ανάπτυξη εμπειριών αμοιβαιότητας και εμπιστοσύνης,
- και σταδιακή μετατόπιση της σχέσης από την παρατήρηση προς την ουσιαστικότερη συμμετοχή.
Ωστόσο, θεωρώ σημαντικό να μην παρουσιάζουμε μια μεμονωμένη βιωματική δράση ως απόδειξη μακροπρόθεσμης αλλαγής στάσεων. Η παρούσα εφαρμογή αποτελεί κυρίως μια ποιοτική παιδαγωγική παρατήρηση και ένα παράδειγμα πρακτικής, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία για συστηματικότερη έρευνα με εργαλεία πριν και μετά τη δράση, συνεντεύξεις ή παρατήρηση. Αυτό που μπορούμε, όμως, να πούμε με βεβαιότητα από την εμπειρία είναι ότι δημιουργήθηκε ένας χώρος όπου οι συμμετέχοντες μπόρεσαν να συναντηθούν μέσα από την πράξη. Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά βήματα προς τη συμπερίληψη.
Γιατί τελικά η συμπερίληψη δεν αρχίζει όταν εξηγούμε στα παιδιά ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν αξία.
Αρχίζει όταν τους δίνουμε την ευκαιρία να το ζήσουν.
Το θέατρο μπορεί να γίνει ένας τέτοιος χώρος όπου δεν γινόμαστε όλοι ίδιοι αλλά δημιουργούμε όλοι μαζί.
Γράφει: η Γεωργία Βαρδιάμπαση- Θεατροπαιδαγωγός ειδικής αγωγής
Επιμέλεια: Πόπη Μάλεση – B.A, M.A Psychology
