Τι συμβαίνει μέσα σε ένα παιδί όταν εκείνος που θα έπρεπε να το προστατεύει είναι ταυτόχρονα η πηγή του φόβου του;
Του Νικόλα Τσιλιβαράκου, Κλινικού Κοινωνικού Λειτουργού, Ειδ. Ψυχοθεραπευτή – Δραματοθεραπευτή
Η υπόθεση που ήρθε στο φως στην Κυψέλη τις τελευταίες ημέρες είναι από εκείνες που είναι δύσκολο να τις διαβάσει κανείς χωρίς να αισθανθεί θυμό, θλίψη και ένα βαθύ αίσθημα αμηχανίας μπροστά σε αυτό που μπορεί να συμβεί όταν ένα παιδί βρίσκεται σε ένα περιβάλλον που δεν μπορεί να το προστατεύσει. Ένα βρέφος βρέθηκε νεκρό, η σορός του παρέμεινε κρυμμένη για μεγάλο χρονικό διάστημα και την ίδια στιγμή, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει μέχρι σήμερα γνωστά, άλλα παιδιά ζούσαν μέσα στο ίδιο οικογενειακό περιβάλλον.
Οι ακριβείς συνθήκες της υπόθεσης διερευνώνται και είναι σημαντικό να παραμείνουμε προσεκτικοί απέναντι σε όσα παρουσιάζονται ως δεδομένα, καθώς η δικαστική διαδικασία βρίσκεται ακόμη στην αρχή της. Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς συνέβη, δεν γνωρίζουμε όλα όσα προηγήθηκαν και δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να αποδώσουμε ψυχιατρικές ή ψυχολογικές ερμηνείες σε ανθρώπους τους οποίους δεν έχουμε συναντήσει και αξιολογήσει.
Υπάρχει, όμως, ένα ερώτημα που δεν μπορώ να αφήσω στην άκρη, όχι τόσο ως αναγνώστης μιας τραγικής είδησης, αλλά κυρίως ως επαγγελματίας που εργάζεται με ανθρώπους, οικογένειες και παιδιά.
Τι συμβαίνει μέσα σε ένα παιδί όταν το σπίτι του, ο χώρος δηλαδή στον οποίο θα έπρεπε να αισθάνεται περισσότερο ασφαλές, μετατρέπεται σε έναν χώρο φόβου;
Το ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη υπόθεση. Αφορά πολλά παιδιά που μεγαλώνουν σε οικογένειες όπου η βία, η παραμέληση, η συναισθηματική απουσία ή η συνεχής αστάθεια έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητας και, κυρίως, αφορά το πώς εμείς ως ενήλικες αντιλαμβανόμαστε την παιδική προστασία.
Το παιδί μαθαίνει τον κόσμο μέσα από τις σχέσεις
Ένα παιδί δεν γεννιέται γνωρίζοντας ότι μπορεί να εμπιστευτεί τον κόσμο. Η αίσθηση ασφάλειας χτίζεται μέσα από τις πρώτες του σχέσεις και μέσα από πολύ απλές, καθημερινές εμπειρίες: κάποιος ανταποκρίνεται όταν κλαίει, κάποιος το κρατά όταν φοβάται, κάποιος βάζει ένα όριο χωρίς να το τρομοκρατεί, κάποιος επιστρέφει όταν έχει φύγει και, κυρίως, κάποιος είναι αρκετά σταθερός ώστε το παιδί να μπορεί σταδιακά να καταλάβει ότι δεν χρειάζεται να βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή.
Αυτές οι εμπειρίες είναι πολύ σημαντικότερες από όσο ίσως αντιλαμβανόμαστε ως ενήλικες, γιατί μέσα από αυτές το παιδί αρχίζει να δημιουργεί τις πρώτες του εσωτερικές εικόνες για τον εαυτό του και για τους άλλους. Μαθαίνει, χωρίς να το γνωρίζει συνειδητά, αν οι ανάγκες του έχουν χώρο, αν αξίζει φροντίδα, αν μπορεί να ζητήσει βοήθεια, αν οι άλλοι άνθρωποι είναι διαθέσιμοι και αν ο κόσμος είναι ένας τόπος στον οποίο μπορεί να κινηθεί με κάποια αίσθηση ασφάλειας.
Τι γίνεται, όμως, όταν αυτές οι πρώτες εμπειρίες είναι διαφορετικές;
Όταν ο άνθρωπος από τον οποίο περιμένεις προστασία είναι ταυτόχρονα ο άνθρωπος που φοβάσαι;
Όταν η αγκαλιά μπορεί να ακολουθείται από απόρριψη, η φροντίδα από απειλή και η ανάγκη για βοήθεια από αδιαφορία ή τιμωρία;
Το παιδί δεν έχει την πολυτέλεια να απομακρυνθεί από αυτή τη σχέση και να πει «αυτό δεν μου κάνει καλό». Εξαρτάται από τον ενήλικα και, ακριβώς επειδή εξαρτάται, χρειάζεται να βρει έναν τρόπο να συνεχίσει να υπάρχει μέσα σε αυτή τη σχέση, ακόμη και όταν η σχέση αυτή το πληγώνει.
Και εδώ αρχίζει κάτι ιδιαίτερα σύνθετο.
Όταν αυτό που πληγώνει είναι και αυτό που χρειάζεσαι
Ένα παιδί μπορεί να αγαπά τον άνθρωπο που το φοβίζει και αυτή η πραγματικότητα είναι δύσκολο να γίνει κατανοητή όταν την κοιτάζουμε από τη θέση ενός ενήλικα.
Μπορεί να τον προστατεύει, να δικαιολογεί τη συμπεριφορά του, να φοβάται μήπως απομακρυνθεί από κοντά του ή ακόμη και να θεωρεί ότι το ίδιο ευθύνεται για όσα συμβαίνουν. Όχι επειδή δεν καταλαβαίνει, αλλά επειδή προσπαθεί να διατηρήσει ψυχικά έναν κόσμο που, όσο προβληματικός και αν είναι, παραμένει ο μόνος κόσμος που γνωρίζει.
Για ένα παιδί είναι πολλές φορές πιο ανεκτό να σκεφτεί «εγώ έκανα κάτι λάθος» από το να συνειδητοποιήσει ότι ο άνθρωπος από τον οποίο εξαρτάται δεν μπορεί ή δεν θέλει να το προστατεύσει. Αν φταίει το ίδιο, υπάρχει τουλάχιστον η ελπίδα ότι μπορεί να αλλάξει κάτι: να γίνει πιο καλό, πιο ήσυχο, πιο υπάκουο, να μην ενοχλεί, να μην κλαίει, να μην ζητά πολλά.
Αν όμως το πρόβλημα βρίσκεται στον ενήλικα, τότε εμφανίζεται ένα πολύ πιο τρομακτικό ερώτημα:
Ποιος θα με προστατεύσει;
Και ίσως γι’ αυτό χρειάζεται να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν αναρωτιόμαστε γιατί ένα παιδί δεν μίλησε.
Δεν γνωρίζουμε πάντα τι σημαίνει για ένα παιδί η λέξη «μίλα».
Η σιωπή μπορεί να είναι ένας τρόπος επιβίωσης
Ένας ενήλικας μπορεί να γνωρίζει ότι μια κατάσταση είναι κακοποιητική και να αναζητήσει βοήθεια, να φύγει, να απευθυνθεί σε έναν φίλο ή σε μια υπηρεσία. Ένα παιδί δεν διαθέτει τις ίδιες δυνατότητες και, κυρίως, δεν έχει απαραίτητα τη γλώσσα για να περιγράψει αυτό που βιώνει.
Μπορεί να μη γνωρίζει ότι αυτό που ζει δεν είναι φυσιολογικό, ιδιαίτερα όταν το ζει από πολύ μικρή ηλικία. Μπορεί να μην ξέρει πώς είναι ένα σπίτι διαφορετικό από το δικό του. Μπορεί να θεωρεί φυσιολογικές τις φωνές, τις απειλές, την αδιαφορία ή τον φόβο, επειδή αυτά είναι τα δεδομένα μέσα στα οποία μεγάλωσε.
Και μπορεί να μάθει να σιωπά.
Όχι επειδή δεν έχει ανάγκη να μιλήσει, αλλά επειδή κάποια στιγμή έχει μάθει ότι η σιωπή είναι πιο ασφαλής από την αποκάλυψη.
Ένα παιδί που ζει σε ένα απρόβλεπτο περιβάλλον μπορεί να γίνει εξαιρετικά ευαίσθητο στις διαθέσεις των άλλων. Να παρατηρεί το βλέμμα, τη φωνή, τον τρόπο που κλείνει μια πόρτα, τα βήματα στο διάδρομο, ακόμη και μικρές αλλαγές στη συμπεριφορά του ενήλικα, προσπαθώντας να καταλάβει τι πρόκειται να συμβεί.
Αυτή η διαρκής παρακολούθηση του περιβάλλοντος μπορεί κάποτε να γίνει τρόπος ύπαρξης.
Το παιδί μαθαίνει να κοιτάζει πρώτα τους άλλους και μετά τον εαυτό του.
Να αναρωτιέται τι χρειάζονται οι άλλοι πριν αναρωτηθεί τι χρειάζεται το ίδιο.
Να προσπαθεί να προλάβει τον θυμό.
Να αποφεύγει τη σύγκρουση.
Να αισθάνεται υπεύθυνο για τα συναισθήματα των άλλων.
Και αυτό είναι κάτι που συναντάμε αργότερα και στην ψυχοθεραπευτική εργασία με ενήλικες, χωρίς βέβαια κάθε τέτοιο χαρακτηριστικό να σημαίνει ότι έχει προηγηθεί κακοποίηση. Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται να πουν «όχι», που φοβούνται υπερβολικά την απόρριψη, που αισθάνονται ενοχή όταν ζητούν κάτι για τον εαυτό τους ή που έχουν μάθει να είναι συνεχώς διαθέσιμοι για τους άλλους, επειδή κάποτε αυτή η προσαρμογή ήταν ένας τρόπος να διατηρήσουν μια σχέση από την οποία εξαρτιόταν η ασφάλειά τους.
Το τραύμα δεν είναι μόνο αυτό που συνέβη
Όταν μιλάμε για τραυματικές εμπειρίες στην παιδική ηλικία, συχνά εστιάζουμε στο γεγονός: τι έγινε, πόσο σοβαρό ήταν, πόσο καιρό διήρκεσε.
Όλα αυτά είναι σημαντικά.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που χρειάζεται να μας απασχολεί: τι έμαθε το παιδί για τον εαυτό του μέσα από αυτό που συνέβη;
Έμαθε ότι οι ανάγκες του ενοχλούν;
Ότι η αγάπη πρέπει να κερδίζεται;
Ότι για να παραμείνει κάποιος κοντά του πρέπει να προσαρμόζεται συνεχώς;
Ότι δεν πρέπει να εμπιστεύεται;
Ότι οι άνθρωποι κάποια στιγμή θα φύγουν;
Ότι πρέπει να είναι δυνατό και να μη χρειάζεται κανέναν;
Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν είναι απαραίτητα συνειδητές. Μπορεί να βρίσκονται βαθύτερα, στον τρόπο που ένας άνθρωπος συνδέεται, απομακρύνεται, διεκδικεί, φοβάται ή επιτρέπει στους άλλους να τον πλησιάσουν.
Γι’ αυτό και το τραύμα δεν είναι απλώς μια ανάμνηση του παρελθόντος. Μπορεί να γίνει ένας τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να επηρεάζει το παρόν.
Και αυτό είναι που κάνει την ψυχοθεραπευτική δουλειά τόσο διαφορετική από την απλή προσπάθεια να «ξεπεράσει» κάποιος όσα του συνέβησαν.
Η θεραπεία δεν μπορεί να αλλάξει το παρελθόν
Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε ένα παιδί τα χρόνια που έχασε.
Δεν μπορούμε να αλλάξουμε έναν ενήλικα που δεν στάθηκε όπως θα έπρεπε.
Δεν μπορούμε να διαγράψουμε όσα συνέβησαν.
Μπορούμε όμως να δημιουργήσουμε μια διαφορετική εμπειρία σχέσης.
Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά στοιχεία της ψυχοθεραπείας όταν εργαζόμαστε με ανθρώπους που έχουν μεγαλώσει χωρίς επαρκή ασφάλεια.
Ο θεραπευτής δεν χρειάζεται να γίνει ο «σωτήρας» του ανθρώπου. Χρειάζεται να μπορεί να παραμείνει παρών, σταθερός και διαθέσιμος μέσα στη σχέση, ακόμη και όταν ο άλλος θυμώνει, απομακρύνεται, αμφισβητεί, δοκιμάζει τα όρια ή δυσκολεύεται να εμπιστευτεί.
Γιατί ένας άνθρωπος που έχει μάθει ότι οι σχέσεις είναι απρόβλεπτες χρειάζεται χρόνο για να διαπιστώσει ότι μια σχέση μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά.
Μπορεί να χρειαστεί να δοκιμάσει τον άλλον.
Να δει αν θα φύγει.
Να θυμώσει για να δει αν θα τον απορρίψουν.
Να κλειστεί για να δει αν κάποιος θα παραμείνει.
Και η θεραπευτική σχέση μπορεί να γίνει ένας χώρος όπου, σταδιακά, δημιουργείται μια νέα εμπειρία:
«Μπορώ να είμαι εδώ όπως είμαι και ο άλλος δεν θα με πληγώσει».
Δεν είναι λίγο αυτό.
Για κάποιους ανθρώπους μπορεί να είναι μια από τις πρώτες φορές που το βιώνουν.
Η ασφάλεια δεν είναι μόνο η απουσία βίας
Μιλώντας για παιδιά που έχουν βρεθεί σε επικίνδυνα περιβάλλοντα, συχνά σκεφτόμαστε την απομάκρυνσή τους από τον κίνδυνο ως το τέλος της ιστορίας.
Δεν είναι.
Είναι η αρχή μιας άλλης ιστορίας.
Γιατί η ασφάλεια δεν είναι μόνο να μην υπάρχει πια κάποιος που χτυπά, απειλεί ή παραμελεί.
Ασφάλεια είναι να υπάρχει ένας ενήλικας που είναι προβλέψιμος.
Να υπάρχουν όρια που δεν συνοδεύονται από φόβο.
Να υπάρχει χώρος για θυμό χωρίς τιμωρία.
Να μπορεί το παιδί να πει «δεν θέλω» και να μην αισθανθεί ότι κινδυνεύει να χάσει τη σχέση.
Να μπορεί να ζητήσει κάτι χωρίς να αισθανθεί ότι γίνεται βάρος.
Να μπορεί να κάνει λάθος χωρίς να περιμένει καταστροφή.
Και κυρίως, να μπορεί σταδιακά να αποκτήσει την εμπειρία ότι οι σχέσεις δεν είναι απαραίτητα ένας χώρος όπου πρέπει να βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή.
Αυτό χρειάζεται χρόνο.
Χρειάζεται σταθερότητα.
Χρειάζεται ανθρώπους που δεν θα απογοητευτούν επειδή ένα παιδί δεν ανταποκρίνεται αμέσως στη βοήθεια που του προσφέρουν.
Γιατί ένα παιδί που έχει μάθει να μην εμπιστεύεται μπορεί αρχικά να δυσκολευτεί ακόμη και απέναντι σε εκείνον που προσπαθεί να το βοηθήσει.
Τελικά, τι είναι αυτό που χρειάζεται ένα παιδί;
Πέρα από όλες τις υπηρεσίες, τα πρωτόκολλα και τις διαδικασίες, υπάρχει κάτι πολύ απλό που πολλές φορές ξεχνάμε: ένα παιδί χρειάζεται έναν ενήλικα που να μπορεί να αντέξει την πραγματικότητά του.
Όχι να την ωραιοποιήσει.
Όχι να την αρνηθεί.
Όχι να του ζητήσει να γίνει γρήγορα «καλά».
Να μπορεί να την ακούσει.
Να μπορεί να αντέξει τον θυμό του.
Να μπορεί να ακούσει τη σιωπή του χωρίς να τη γεμίσει βιαστικά.
Να μπορεί να αναγνωρίσει ότι πίσω από μια συμπεριφορά που δυσκολεύει τους γύρω του μπορεί να υπάρχει μια ανάγκη που δεν έχει ακόμη βρει τρόπο να εκφραστεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να δικαιολογούμε κάθε συμπεριφορά ενός παιδιού. Σημαίνει ότι πριν προσπαθήσουμε να την αλλάξουμε, αξίζει να προσπαθήσουμε να την καταλάβουμε.
Γιατί ένα παιδί μπορεί να μην έχει τη δυνατότητα να μας πει:
«Δεν αισθάνομαι ασφαλές».
Μπορεί να μας το δείξει με άλλους τρόπους.
Και εμείς χρειάζεται να μάθουμε να τους αναγνωρίζουμε.
Η υπόθεση της Κυψέλης δεν χρειάζεται να γίνει άλλη μία είδηση που θα ξεχάσουμε
Δεν γνωρίζουμε ακόμη όλες τις απαντήσεις για όσα συνέβησαν στην Κυψέλη και δεν είναι δική μας δουλειά να τις συμπληρώσουμε με υποθέσεις. Η Δικαιοσύνη και οι αρμόδιες αρχές έχουν την ευθύνη να διερευνήσουν την υπόθεση και να αποδώσουν τις ευθύνες εκεί όπου πραγματικά ανήκουν.
Εμείς, όμως, μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο.
Μπορούμε να κοιτάξουμε λίγο περισσότερο το παιδί.
Όχι το παιδί της συγκεκριμένης είδησης μόνο, αλλά το παιδί που βρίσκεται δίπλα μας και δυσκολεύεται, το παιδί που αλλάζει συμπεριφορά και δεν ξέρουμε γιατί, το παιδί που μοιάζει υπερβολικά ώριμο για την ηλικία του, το παιδί που δεν ζητά ποτέ τίποτα, αλλά και εκείνο που ζητά συνεχώς προσοχή και μας εξαντλεί.
Μπορούμε να αναρωτηθούμε τι υπάρχει πίσω από αυτό που βλέπουμε.
Και κυρίως μπορούμε να σταματήσουμε να περιμένουμε από τα παιδιά να μας μιλήσουν με τον τρόπο που θα μιλούσε ένας ενήλικας.
Ίσως το πραγματικό ερώτημα να μην είναι μόνο «γιατί δεν μίλησε;».
Ίσως χρειάζεται να ρωτήσουμε:
Είχε κάποιον να μιλήσει;
Είχε κάποιον που θα τον εμπιστευόταν;
Είχε κάποιον που θα μπορούσε να ακούσει χωρίς να τρομάξει από όσα θα άκουγε;
Είχε κάποιον που θα μπορούσε να μείνει δίπλα του όταν το ίδιο θα έκανε πίσω;
Και τελικά, είχε μάθει ποτέ ότι όταν ένα παιδί φοβάται, κάποιος ενήλικας έρχεται;
Γιατί η ασφάλεια δεν είναι κάτι που ζητάμε από ένα παιδί να αισθανθεί.
Είναι κάτι που του προσφέρουμε, ξανά και ξανά, μέσα από τη σχέση.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα καθήκοντά μας ως ενήλικες: να δημιουργούμε για τα παιδιά εκείνες τις σχέσεις μέσα στις οποίες δεν θα χρειάζεται να μάθουν να επιβιώνουν από τους ανθρώπους που αγαπούν, αλλά θα μπορούν να μάθουν κάτι πολύ διαφορετικό — ότι μπορούν να αγαπούν, να χρειάζονται, να θυμώνουν, να φοβούνται και να ζητούν βοήθεια χωρίς να κινδυνεύουν να χάσουν την ασφάλειά τους.
Γράφει: o Νικόλας Τσιλιβαράκος, Κλινικός Κοινωνικός Λειτουργός, Ειδ. Ψυχοθεραπευτής – Δραματοθεραπευτής
Επιμέλεια: Πόπη Μάλεση – B.A, M.A Psychology
