Υπάρχει μια φράση που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά σε γονείς και θεραπευτές παιδιών στο φάσμα: «Πρέπει να είσαι δυνατός». Το ακούμε παντού. Σε διαγνώσεις, σε σχολεία, σε συνεδρίες, σε οικογενειακά τραπέζια. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, η «δύναμη» γίνεται υποχρέωση. Όχι επιλογή.
Αλλά ας πούμε την αλήθεια.
Δεν είμαστε πάντα δυνατοί.
της Κατερίνας Θέου – Ψυχολόγος Ειδικής Αγωγής και Δημοσιογράφος Ειδικού Τύπου
Υπάρχουν μέρες που δεν αντέχουμε. Μέρες που η φωνή μας σπάει, που το σώμα μας βαραίνει, που η υπομονή μας εξαντλείται. Μέρες που δεν θέλουμε να εξηγήσουμε, να εκπαιδεύσουμε, να αντέξουμε άλλο.
Και τότε έρχεται η ενοχή. Η ενοχή του γονέα που σκέφτεται «δεν μπορώ άλλο» και νιώθει ότι προδίδει το ίδιο του το παιδί. Η ενοχή του θεραπευτή που, ενώ ξέρει, ενώ έχει εκπαιδευτεί, νιώθει άδειος. Η ενοχή του ανθρώπου που υποτίθεται ότι «πρέπει να αντέχει».
Αυτό είναι το burnout. Και δεν είναι αδυναμία. Είναι αποτέλεσμα. Αποτέλεσμα μιας καθημερινότητας χωρίς παύση. Χωρίς ουσιαστική στήριξη. Χωρίς χώρο για τον ίδιο τον άνθρωπο που φροντίζει.
Γιατί ας μην κοροϊδευόμαστε: οι γονείς κι οι θεραπευτές παιδιών στο φάσμα ζουν σε μια συνεχή επαγρύπνηση. Δεν «κλείνουν». Δεν σχολάνε. Δεν αφήνουν πίσω τη δουλειά τους όταν τελειώσει η μέρα.
Ο γονέας κουβαλά την αγωνία παντού. Ο θεραπευτής κουβαλά την ευθύνη σε κάθε περιστατικό. Και, πολλές φορές, αυτοί οι δύο ρόλοι συναντιούνται στο ίδιο πρόσωπο.
Να είσαι και επιστήμονας και μητέρα. Να ξέρεις και να πονάς διπλά.
Γιατί δεν σε προστατεύει η γνώση. Σε εκθέτει περισσότερο. Ξέρεις τι πρέπει να γίνει. Ξέρεις τι δεν γίνεται. Ξέρεις πού θα έπρεπε να υπάρχει στήριξη και δεν υπάρχει.
Και συνεχίζεις. Με λιγότερη ενέργεια. Με περισσότερο θυμό που δεν εκφράζεται. Με ένα σώμα που αρχίζει να «μιλά» όταν εσύ σωπαίνεις. Το πιο επικίνδυνο όμως, δεν είναι η κούραση. Είναι η σιωπή!
Γιατί το burnout των γονέων και των θεραπευτών δεν φαίνεται. Δεν έχει χώρο. Δεν «χωρά» στο αφήγημα της αντοχής. Δεν είναι εύκολο να πεις: «Λυγίζω». Κι όμως, εκεί ακριβώς χρειάζεται να σταθούμε. Όχι για να κατηγορήσουμε. Αλλά για να αναγνωρίσουμε. Ότι η φροντίδα χωρίς φροντίδα προς τον εαυτό, καταρρέει.
Ότι η αντοχή δεν είναι ανεξάντλητη.
Ότι οι άνθρωποι που στηρίζουν, χρειάζονται στήριξη, όχι χειροκρότημα.
Δεν αρκεί να λέμε «μπράβο στους γονείς» και «συγχαρητήρια στους θεραπευτές». Το μπράβο δεν ξεκουράζει. Δεν θεραπεύει. Δεν αντικαθιστά τις δομές που λείπουν. Χρειαζόμαστε πραγματική υποστήριξη. Δίκτυα. Ανάσες. Χρόνο. Χώρους όπου μπορούμε να είμαστε όχι «δυνατοί», αλλά αληθινοί.
Γιατί μόνο τότε μπορούμε να συνεχίσουμε. Όχι ως ήρωες. Αλλά ως άνθρωποι. Κι ίσως τελικά αυτό είναι το πιο ριζοσπαστικό πράγμα που μπορούμε να πούμε: Δεν αντέχουμε πάντα. Και δεν χρειάζεται να αντέχουμε μόνοι.
Γράφει: η Κατερίνα Θέου – Ψυχολόγος Ειδικής Αγωγής και Δημοσιογράφος
