Τα τελευταία χρόνια η λέξη «συμπερίληψη» ακούγεται παντού. Σε συνέδρια, σε εκπαιδευτικά προγράμματα, σε πολιτικές εξαγγελίες. Έχει γίνει σχεδόν μόδα – μια λέξη που χρησιμοποιείται εύκολα, αλλά εφαρμόζεται δύσκολα. Γιατί η αλήθεια είναι απλή και ταυτόχρονα άβολη: η συμπερίληψη δεν είναι διακόσμηση. Είναι σύγκρουση.
της Κατερίνας Θέου – Ψυχολόγος Ειδικής Αγωγής και Δημοσιογράφος
Σύγκρουση με ένα εκπαιδευτικό σύστημα που σχεδιάστηκε για τους «μέσους» μαθητές. Σύγκρουση με στερεότυπα που επιμένουν να ορίζουν τι σημαίνει «φυσιολογικό». Σύγκρουση με την ίδια μας την ανάγκη για ομοιομορφία και έλεγχο.
Ας είμαστε ειλικρινείς. Η συμπερίληψη δεν ξεκινά από τα χαρτιά – ξεκινά από τη νοοτροπία. Μπορούμε να γράψουμε τους πιο σύγχρονους νόμους, να σχεδιάσουμε τα πιο εντυπωσιακά προγράμματα, να γεμίσουμε τα σχολεία με όρους και οδηγίες. Αν όμως ο εκπαιδευτικός μέσα στην τάξη νιώθει μόνος, αν ο γονέας νιώθει ότι πρέπει να «απολογηθεί» για το παιδί του, αν το παιδί βιώνει καθημερινά την απόρριψη, τότε η συμπερίληψη παραμένει μια ωραία λέξη χωρίς περιεχόμενο.
Στην πράξη, η συμπερίληψη απαιτεί ανατροπές.
Απαιτεί τάξεις που δεν λειτουργούν με μία ταχύτητα, αλλά με πολλές. Απαιτεί εκπαιδευτικούς που δεν φοβούνται να διαφοροποιήσουν τη διδασκαλία τους. Απαιτεί δομές υποστήριξης που δεν είναι τυπικές, αλλά ουσιαστικές. Και κυρίως, απαιτεί χρόνο – κάτι που το σύστημα σπάνια προσφέρει.
Όμως η μεγαλύτερη δυσκολία δεν είναι οργανωτική. Είναι συναισθηματική.
Γιατί η συμπερίληψη μάς αναγκάζει να εγκαταλείψουμε μια βαθιά ριζωμένη πεποίθηση: ότι όλοι πρέπει να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο για να ανήκουν. Και αυτή η εγκατάλειψη δεν είναι εύκολη. Δημιουργεί ανασφάλεια. Δημιουργεί αντίσταση. Δημιουργεί φόβο.
Το βλέπουμε καθημερινά. Στις ματιές των γονέων που ανησυχούν μήπως «πέσει το επίπεδο» της τάξης. Στους εκπαιδευτικούς που νιώθουν ανέτοιμοι. Στα παιδιά που μαθαίνουν –συνειδητά ή ασυνείδητα– να αποκλείουν ό,τι δεν καταλαβαίνουν.
Κι όμως, εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία.
Η συμπερίληψη δεν σημαίνει ότι όλα λειτουργούν τέλεια. Σημαίνει ότι επιλέγουμε να μείνουμε μέσα στη δυσκολία. Να μην απομακρύνουμε το «διαφορετικό» για να νιώσουμε άνετα. Να μην κλείνουμε τα μάτια όταν κάτι μας ξεβολεύει.
Η συμπερίληψη δεν αποτυγχάνει επειδή είναι λάθος ιδέα. Αποτυγχάνει επειδή απαιτεί περισσότερα απ’ όσα είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε.
Απαιτεί εκπαίδευση εκπαιδευτικών, όχι σεμινάρια «επιφανειακής ευαισθητοποίησης», αλλά ουσιαστική κατάρτιση. Απαιτεί συνεργασία ειδικοτήτων, όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις. Απαιτεί στήριξη οικογενειών – όχι απλές συμβουλές. Απαιτεί πολιτική βούληση, όχι επικοινωνιακές εξαγγελίες.
Και πάνω απ’ όλα, απαιτεί συνέπεια.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για συμπερίληψη και ταυτόχρονα να διατηρούμε πρακτικές αποκλεισμού. Δεν μπορούμε να ζητάμε από τα παιδιά να αποδεχτούν τη διαφορετικότητα όταν οι ενήλικες γύρω τους τη φοβούνται.
Η συμπερίληψη δεν είναι εύκολη. Δεν είναι γρήγορη. Δεν είναι «όμορφη» με την έννοια της απλότητας. Είναι σύνθετη, απαιτητική και συχνά κουραστική.
Αλλά είναι απαραίτητη.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να την εφαρμόσουμε τέλεια. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να αντέξουμε τις συνέπειες της απουσίας της.
Μια κοινωνία που αποκλείει, φτωχαίνει. Μια κοινωνία που φοβάται τη διαφορετικότητα, μένει στάσιμη. Και ένα σχολείο που δεν χωρά όλα τα παιδιά, αποτυγχάνει στον πιο βασικό του ρόλο.
Ίσως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να μιλάμε για τη συμπερίληψη ως ιδέα και να αρχίσουμε να τη βλέπουμε ως ευθύνη.
Όχι αύριο. Σήμερα.
Γιατί κάθε μέρα που περνά χωρίς ουσιαστική συμπερίληψη, είναι μια μέρα που κάποιο παιδί μαθαίνει ότι δεν χωρά.
Κι αυτό είναι ένα μάθημα που δεν θα έπρεπε να διδάσκεται ποτέ.
Γράφει: η Κατερίνα Θέου – Ψυχολόγος Ειδικής Αγωγής και Δημοσιογράφος
