Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στον επιστημονικό ειδησεογραφικό ιστότοπο PsyPost δίνει ενδείξεις ότι η αμλοδιπίνη, ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο φάρμακο για την υψηλή αρτηριακή πίεση, ίσως βοηθά τη διαχείριση συμπτωμάτων της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ).
Μετάφραση της Νάνσυ Παναγουλοπούλου – Δημοσιογράφος του άρθρου του Eric W. Dolan.
Με μια σειρά πειραμάτων σε μοντέλα ζώων αλλά και ανθρώπινου γενετικού υλικού, ερευνητές βρήκαν ότι η αμλοδιπίνη μείωνε την υπερκινητικότητα και την παρορμητικότητα -κύρια χαρακτηριστικά της ΔΕΠΥ, ενώ επίσης παρουσίαζε πιθανά πλεονεκτήματα έναντι των διεγερτικών φαρμάκων που κυκλοφορούν. Σύμφωνα με αυτά τα ευρήματα, αυτή η ουσία με τις ανεκτές παρενέργειες θα μπορούσε να δράσει ως θεμέλιο για ένα νέο τύπο μη διεγερτικής θεραπείας.
Διαβάστε | «Πρόσφατα διαγνώσθηκα με διάσπαση προσοχής»: Χρήστος Μάστορας (Βίντεο)
Οι σύγχρονες θεραπείες για τη ΔΕΠΥ συνήθως περιέχουν διεγερτικά φάρμακα, όπως η μεθυλφαινιδάτη ή οι αμφεταμίνες. Αυτά τα φάρμακα μπορεί να φανούν αποτελεσματικά σε κάποιους ανθρώπους, αλλά σχετίζονται επίσης με σοβαρά προβλήματα. Συμπτώματα όπως αϋπνία, έλλειψη όρεξης, πονοκέφαλοι και ανεβασμένη πίεση είναι αρκετά συνήθη. Πιθανή είναι επίσης η κακή διαχείριση του φαρμάκου από εφήβους και νεαρούς ενήλικες. Επιπλέον, περίπου 25 τοις εκατό των ατόμων με ΔΕΠΥ δεν ανακουφίζονται από τα συμπτώματα όσο θα έπρεπε από τις υπάρχουσες αγωγές. Οι παραπάνω περιορισμοί έχουν οδηγήσει τους ερευνητές στη διερεύνηση νέων θεραπειών που είναι και αποτελεσματικές αλλά και πιο ανεκτές -ως προς τα συμπτώματα- από τους ασθενείς.
Ερευνητές στην εταιρία 3Z Pharmaceuticals στην Ισλανδία ασχολήθηκαν με τη διερεύνηση ενός μη διεγερτικού φαρμάκου, που θα αποτελούσε μια εναλλακτική για τα άτομα που αντιμετωπίζουν δύσκολα συμπτώματα με τις υπάρχουσες θεραπείες.
Οι ερευνητές υπέθεσαν ότι η αλλαγή των διαύλων ασβεστίου θα μπορούσε να ανακουφίσει κάποια από τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ. Στόχος τους ήταν να προσδιορίσουν αν η αμλοδιπίνη, που ήδη έχει αποδειχθεί ασφαλής, θα μπορούσε να επαναχρησιμοποιηθεί σαν μια καινούρια θεραπεία.
«Έχουμε κατασκευάσει μια πλατφόρμα για να ανιχνεύσουμε τα θεραπευτικά αποτελέσματα της ουσίας σε μια μεγάλη ποικιλία νευροψυχιατρικών διαταραχών με συμπεριφορικό φαινότυπο. Η ΔΕΠΥ ήταν η πιο ταιριαστή από τις διαταραχές: είναι αρκετά διαδεδομένη, οι σύγχρονες θεραπείες εμφανίζουν σημαντικούς περιορισμούς -συμπεριλαμβανομένων των συμπτωμάτων και μιας μεγάλης ομάδας ασθενών που δεν ανταποκρίνονται- και υπάρχει ξεκάθαρη ανάγκη για νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις.», εξηγεί ο συγγραφέας της μελέτης Karl Ægir Karlsson, CEO της 3Z και καθηγητής νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Ρέικιαβικ.
«Σημαντικό είναι πως έχουμε κατασκευάσει ένα μοντέλο ψαριού-ζέβρα με ΔΕΠΥ που εκφράζει τα κύρια συμπεριφορικά συμπτώματα, όπως η υπερκινητικότητα και η παρορμητικότητα. Αυτά τα συμπτώματα αλλάζουν με τις υπάρχουσες θεραπείες για τη ΔΕΠΥ, δίνοντάς μας μία σταθερή ομάδα θετικού ελέγχου. Έπειτα ήμασταν σε θέση να κάνουμε έναν αμερόληπτο έλεγχο για την επαναχρησιμοποίηση φαρμάκου για να βρούμε κάποιο συνδυασμό ουσιών με καλύτερη επίδραση ή ασφάλεια.» Στη συνέχεια οι ερευνητές διερεύνησαν αν η αμλοδιπίνη θα μπορούσε να μπει στον εγκέφαλο και να επηρεάσει τη νευρική δραστηριότητα. Τα αποτελέσματα της νέας έρευνας έδειξαν ότι τα συμπεριφορικά αποτελέσματα της αμλοδιπίνης οφείλονται πιθανώς στην άμεση δράση του εγκεφάλου, όχι απλά των αποτελεσμάτων του στην αρτηριακή πίεση.
Μετά από μια σειρά πειραμάτων για να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα και σε άλλα ζώα, φαίνεται να υποστηρίζεται η ιδέα ότι οι δίαυλοι ασβεστίου ίσως παίζουν σημαντικό ρόλο στα συμπτώματα της ΔΕΠΥ και η ιδέα αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει ένα βάσιμο θεραπευτικό στόχο.
Ένας δεύτερος γενετικός έλεγχος κοίταξε δεδομένα από την UK Biobank, μια βάση δεδομένων υγείας μεγάλης κλίμακας, με πληροφορίες γενετικού τύπου και γενικότερα υγείας, πάνω από 500.000 συμμετεχόντων. Άτομα με μεγαλύτερο γενετικό ρίσκο για ΔΕΠΥ ήταν πιο πιθανοί να αναφέρουν διαφοροποιήσεις στη διάθεση και συμπεριφορά λήψης ρίσκου. Παρόλα αυτά, μεταξύ αυτών που έπαιρναν αμλοδιπίνη, αυτές οι διαφοροποιήσεις ήταν λιγότερο συχνές, έτσι έρχεται η υπόθεση ότι αυτό το φάρμακο μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση κάποιων κύριων χαρακτηριστικών της ΔΕΠΥ ακόμη και εκτός κλινικής διάγνωσης.
«Βρήκαμε πως η αμλοπιδίνη, ένα φάρμακο που συχνά χορηγείται για να μπλοκάρει τους διαύλους ασβεστίου στους υπερτασικούς, αποτελεί ικανό υποψήφιο για να επαναχρησιμοποιηθεί στη ΔΕΠΥ, λέει η Karlsson. «Σύμφωνα με τα ευρήματά μας, ανιχνεύει και θέτει ως στόχο έναν μέχρι πρόσφατα υποτιμημένο μηχανισμό στον εγκέφαλο σχετικό με τον έλεγχο της προσοχής και της παρορμητικότητας. Αυτό είναι σημαντικό γιατί δείχνει πως τα υπάρχοντα φάρμακα, που ήδη έχουν αποκτήσει την ασφάλεια και την βάση τους στη φαρμακολογία, μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν για να καλύψουν ανάγκες ψυχιατρικών διαταραχών που μέχρι στιγμής δεν έχουν αντιμετωπιστεί. – πιθανώς μειώνοντας τον χρόνο και το κόστος ανάπτυξης ενός νέου φαρμάκου»
Οι ερευνητές δίνουν έμφαση στο γεγονός ότι ενώ αυτά τα ευρήματα είναι πολλά υποσχόμενα, η αμλοδιπίνη δεν έχει εγκριθεί ως θεραπεία για τη ΔΕΠΥ ακόμη και περισσότερα τεστ σε κλινικές δοκιμές είναι απαραίτητα. Και πάλι όμως, η ασφάλεια του συγκεκριμένου φαρμάκου καθώς και η υπάρχουσα διαθεσιμότητά του το κάνουν έναν ιδανικό υποψήφιο για επαναχρησιμοποίηση. Η αμλοδιπίνη είναι ήδη εγκεκριμένη από τον οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων, δεν είναι ακριβό και εμφανίζει μικρό ρίσκο για αλληλεπίδραση με άλλα φάρμακα.
Μια δύναμη της μελέτης ήταν η πολυμερής προσέγγισή της, που συνδύαζε εργαστηριακά πειράματα με μεγάλης κλίμακας ανθρώπινο γενετικό υλικό.
Όμως, δεν λείπουν και περιορισμοί στη μελέτη. Οι μελέτες πάνω στα ζώα, αν και δίνουν χρήσιμες πληροφορίες, δεν προβάλλουν πλήρως την πολυπλοκότητα της ΔΕΠΥ στους ανθρώπους, που περιλαμβάνει μια ποικιλία συμπεριφορικών και γνωστικών συμπτωμάτων. Επιπλέον, οι γενετικοί έλεγχοι βασίζονταν σε συμπτώματα που σημείωναν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες και χαρακτηριστικά της ΔΕΠΥ αντί για ιατρικές διαγνώσεις. Μέλλουσες κλινικές μελέτες είναι απαραίτητες για να αποφασιστεί εάν τα οφέλη της αμλοδιπίνης φτάνουν και στα διαγνωσμένα με αυτισμό άτομα και πως το φάρμακο συγκρίνεται με υπάρχοντα αντίστοιχα φάρμακα σε πραγματικές συνθήκες.
Οι ερευνητές προετοιμάζουν τώρα τη φάση ΙΙ της κλινικής δοκιμής για να εξετάσουν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της αμλοδιπίνης για τη ΔΕΠΥ στους ανθρώπους. Αν αυτή η φάση στεφθεί με επιτυχία, αυτή η προσπάθεια θα μπορούσε να ανοίξει το δρόμο για μια νέα τάξη μη-διεγερτικών θεραπειών, δίνοντας ελπίδα στα άτομα που δεν ανταποκρίνονται καλά ή δεν ανέχονται τα υπάρχοντα φάρμακα για τη ΔΕΠΥ.
Μετάφραση της Νάνσυ Παναγουλοπούλου – Δημοσιογράφος του άρθρου του Eric W. Dolan.
Επιμέλεια: Πόπη Μάλεση – B.A, M.A Psychology



