Όταν ήμουν στην πρώτη δημοτικού, η ζωή της οικογένειάς μου θα άλλαζε τόσο πολύ που θα επηρέαζε το μέλλον όλων μας για χρόνια. Αυτή την εποχή επέλεξε η πρώτη μου δασκάλα, να προσπαθήσει να με αναγκάσει να μάθω να γράφω με το δεξί, ενώ είμαι αριστερόχειρας. Το αποτέλεσμα ήταν να αρνηθώ να γράψω οτιδήποτε για ολόκληρη τη χρονιά και να αλλάξω σχολείο την επόμενη.
του Βαγγέλη Καρατζά – Πατέρας αυτιστικού παιδιού
Η ταινία «Το Αριστερό μου Χέρι» (Left-Handed Girl) παραγωγής Ταϊβάν του 2025, χρησιμοποιεί ως αφορμή αυτή την προκατάληψη για να μιλήσει για την οικογένεια, τη φτώχεια και τα στερεότυπα που μας εγκλωβίζουν.
Η ταινία μάς συστήνει μια μητέρα, τη Σου-Φεν, και τις δύο κόρες της, την ενήλικη Ι-Αν και την πεντάχρονη Ι-Τζενγκ, που τυχαίνει να είναι αριστερόχειρας.
Ο neon μικρόκοσμος της φτώχειας…
Η μητέρα προσπαθεί να κάνει μια νέα αρχή στη νυχτερινή υπαίθρια αγορά της Ταϊπέι, ενοικιάζοντας έναν πάγκο όπου πουλάει noodles. Την ίδια ώρα η μεγαλύτερη κόρη δουλεύει σε ένα κατάστημα που πουλάει καρπούς αρέκας, ενός φυτού με διεγερτικές ιδιότητες, όπου τα πράγματα δεν είναι και τόσο επαγγελματικά και περιπλέκονται ακόμη περισσότερο. Τα χρώματα που επικρατούν στην ταινία είναι έντονα και πολύ φωτεινά. Σε πολλές στιγμές οι δυσκολίες, οι εντάσεις και η αγωνία της φτώχειας δεν αποδίδονται με τις συνήθεις γκρίζες αποχρώσεις αλλά με τη λάμψη του neon, σε μια αντίθεση που λειτουργεί τόσο αισθητικά όσο και αφηγηματικά.
«Το χέρι του διαβόλου»…
Όταν ο παππούς της Ι-Τζενγκ τη βλέπει να τρώει με το αριστερό, αναπολεί τις «παλιές καλές εποχές» του ξύλου και της τιμωρίας και της λέει ότι αυτό είναι το χέρι του διαβόλου και δεν πρέπει να το ξαναχρησιμοποιήσει. Αυτό εντυπώνεται στο μυαλό του μικρού κοριτσιού που αρχίζει να το χρησιμοποιεί ανάλογα, μόνο για κακές πράξεις, σαν μια λευκή επιταγή για να κάνει όσα της απαγορεύονται. Μου ήταν πολύ δύσκολο να βλέπω την προσπάθειά της να φάει με το «σωστό» χέρι. Μου φάνηκε τόσο σκληρό και όλο αυτό .
Είναι τόσο ανόητο να υπάρχει προκατάληψη για κάτι που δεν επηρεάζει κανέναν παρά μόνο το ίδιο το κοριτσάκι.
Μεγαλώνοντας έναν μη λεκτικό αυτιστικό έφηβο στην Ελλάδα (με bonus την επιληψία), η προκατάληψη είναι κάτι που συναντάς πολύ συχνά μπροστά σου, οπότε δεν θα έπρεπε να μου κάνει εντύπωση.
Οικογένεια…
Οι σχέσεις ανάμεσα στη μητέρα και τις δύο κόρες, παρά τις εντάσεις, είναι βαθιά ριζωμένες στην αγάπη και πολύ πιο περίπλοκες από ό,τι φαίνονται στην αρχή. Η Shih-Ching Tsou, σκηνοθέτιδα και σεναριογράφος, μαζί με τον Sean Baker του Anora, ενώ περιγράφει μια σκληρή πραγματικότητα καταφέρνει ταυτόχρονα να διατηρεί την τρυφερότητά της απέναντι στις τρεις πρωταγωνίστριες.
Από την άλλη η γιαγιά, ο παππούς, οι αδερφές και ο αδερφός της βρίσκονται τόσο μακριά από αυτό που περνάει η Σου-Φεν. Εγκλωβισμένοι στις προκαταλήψεις τους και σε έναν όχι και τόσο εσωτερικευμένο μισογυνισμό, παρουσιάζουν μια εικόνα μικροαστικής αξιοπρέπειας που από πίσω κρύβει μυστικά, σκληρότητα και ακόμη και παρανομία.
Ζώντας πολλά χρόνια στην επαρχία, αυτό που είδα στην οικογένεια της ταινίας δεν μου φάνηκε καθόλου περίεργο ή άγνωστο.
Ένα διαφορετικό δράμα…
Για μια ταινία που χτίζεται μέσα από μικρές στιγμές, η κάθαρση έρχεται με μια δυνατή κλιμάκωση, ιδιαίτερα στη σκηνή του πάρτι γενεθλίων, και κλείνει με έναν τρόπο απόλυτα ταιριαστό με το γενικότερο ύφος της.
Μια ταινία που αξίζει να την δείτε για τη γνησιότητα των συναισθημάτων, την αποδόμηση των στερεοτύπων και τη ρεαλιστική ματιά στην αθέατη πλευρά της ζωής στην πόλη.




