ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Σκιά που Καταπίνει: Τραύμα, Σιωπή και η Εξαφάνιση των Εφήβων

Κανένα παιδί δεν πρέπει να φτάνει στο σημείο να πιστεύει ότι η ζωή δεν αξίζει…
Η αυτοκτονία ενός 15χρονου στη Χαλκίδα δεν είναι απλώς μια τραγική είδηση. Είναι η ορατή κορύφωση μιας μακράς, αόρατης διαδικασίας, όπου το παιδί είχε ήδη εξαφανιστεί ψυχικά πριν εξαφανιστεί σωματικά. Όχι επειδή δεν υπήρχαν άνθρωποι γύρω του, αλλά επειδή κανείς δεν στάθηκε αρκετά κοντά ώστε να κατονομάσει και να αντέξει τον πόνο του. Η εξαφάνιση αυτή συντελείται μέσα από σιωπές, αποσυνδέσεις, μικρές καθημερινές υποχωρήσεις στην ύπαρξη και τελικά στη ζωή.

του Νικόλα Τσιλιβαράκου (Κλινικού Κοινωνικού Λειτουργού – Ειδ. Δραματοθεραπευτή)

Στην ψυχοθεραπευτική εμπειρία, γνωρίζουμε ότι το τραύμα δεν είναι μόνο το γεγονός που συνέβη· είναι κυρίως η έλλειψη χώρου και δεσμού για να νοηματοδοτηθεί. Ο σχολικός εκφοβισμός, όταν επαναλαμβάνεται και μένει ακατέργαστος, λειτουργεί ως διαρκής διάρρηξη της ψυχικής συνέχειας του παιδιού. Ο θύτης δεν προκαλεί μόνο φόβο· δημιουργεί μια εσωτερική κρίση ύπαρξης: «είμαι λάθος», «δεν αξίζω», «η φωνή μου δεν μετράει». Το τραύμα εισχωρεί στο εγώ και μετατρέπεται σε πρωτογενή, τοξική ντροπή, που δεν αφορά πράξεις αλλά την ίδια την ύπαρξη. Η ντροπή αυτή δεν είναι μόνο ψυχικό βάρος· είναι τραυματική εμπειρία που διαβρώνει τον εαυτό και παγιώνει μοτίβα επαναληπτικής αυτοαπαξίωσης.

Η ντροπή και το τραύμα οδηγούν στην ψυχική αποσύνδεση. Το παιδί αποσύρει την επένδυσή του από τον κόσμο γύρω του, από τη σχέση, από τον ίδιο του τον εαυτό. Η αποσύνδεση δεν είναι επιλογή· είναι μηχανισμός επιβίωσης. Το σώμα συνεχίζει να υπάρχει, αλλά η βιωμένη εμπειρία του εαυτού γίνεται επίπεδη, άδεια, χωρίς δυνατότητα σύνδεσης με τον εσωτερικό κόσμο. Η αδυναμία αυτή να νοηματοδοτήσει τα συναισθήματα του δημιουργεί υπαρξιακή αποσύνδεση, όπου το παιδί νιώθει ότι δεν υπάρχει παρά μόνο σαν σκιά του εαυτού του.

Μέσα σε αυτή την ψυχική έρημο, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια συχνά αποκτούν μια ψευδοσχέση, έναν χώρο όπου το παιδί μπορεί να υπάρχει χωρίς να κινδυνεύει από απόρριψη, ντροπή ή έκθεση. Το παιχνίδι παρέχει προβλεψιμότητα, αίσθηση ελέγχου και την ψευδαίσθηση ότι η αξία του παιδιού μετριέται αντικειμενικά. Ωστόσο, πρόκειται για ένα καταφύγιο που ενισχύει την απομόνωση, αφού η συναισθηματική σύνδεση δεν αναπληρώνεται· η σχέση που θα μπορούσε να θεραπεύσει την τοξική ντροπή δεν υπάρχει. Ο εθισμός σε αυτά τα ψηφιακά περιβάλλοντα δεν αφορά την ευχαρίστηση· αφορά την προσπάθεια να αποφευχθεί η ψυχική κατάρρευση μπροστά στον πραγματικό κόσμο.

Η απουσία συναισθηματικού δεσμού και η έλλειψη ασφαλούς mentalization σημαίνει ότι το παιδί δεν μπορεί να επεξεργαστεί τα συναισθήματά του ούτε να τα κάνει κατανοητά για τον εαυτό του και για τους άλλους. Η συνειδητοποίηση του τραύματος παραμένει αποκομμένη, η ντροπή γίνεται κυρίαρχη, και το παιδί ζει μέσα σε έναν συνεχή κύκλο εσωτερικής απορρύθμισης και ψυχικού πόνου. Αυτή η κατάσταση συχνά παρερμηνεύεται ως «κλείσιμο», «εφηβική ιδιαιτερότητα» ή «αδιαφορία», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για προσπάθεια επιβίωσης σε έναν κόσμο που δεν ανταποκρίνεται.

Η αυτοκτονική σκέψη, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι επιθυμία θανάτου αλλά φαντασίωση εξαφάνισης. Το παιδί επιδιώκει την παύση του αβάσταχτου ψυχικού πόνου, την ανακούφιση από το συνεχές εσωτερικό τραύμα. Η πράξη είναι ένα τραγικό acting out, όπου το σώμα εκφράζει αυτό που η λέξη δεν μπορεί να πει: «Δεν αντέχω να μην υπάρχω για κανέναν». Η αυτοκτονία είναι η απόλυτη καταγραφή της αποτυχίας της σχέσης: η απουσία ενός ασφαλούς δεσμού που θα μπορούσε να νοηματοδοτήσει και να ρυθμίσει τον πόνο.

Η εμπειρία του πρώιμου τραύματος παίζει σημαντικό ρόλο. Πολλά παιδιά που βιώνουν ακραίο bullying ή κοινωνική απομόνωση φέρουν ιστορίες πρώιμης δυσλειτουργικής σχέσης, όπου οι βασικές ανάγκες για φροντίδα και αναγνώριση δεν ικανοποιούνται. Όταν αυτό συνδυάζεται με τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα ντροπής, το παιδί αναπτύσσει μια εσωτερική εμπειρία εχθρικού εαυτού, που γίνεται κύριος «συνομιλητής» με τον οποίο ζει. Η σχέση με τον Άλλο, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ασφαλής καθρέφτης, απουσιάζει. Χωρίς mentalization, το παιδί δεν μπορεί να δει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια του άλλου με ανακούφιση· βλέπει μόνο την απόρριψη, την αδιαφορία, την αδυναμία να υπάρξει.

Η κοινωνία, οι ενήλικες, το σχολείο, η οικογένεια: όλοι αυτοί που παρακολουθούν τη σιωπή του παιδιού χωρίς να την ακούσουν πραγματικά, συμμετέχουν αθέλητα στη διάβρωση της ψυχής του. Το παιδί μας μιλά με σιωπές, με παραίτηση, με εμμονή σε οθόνες, με σωματική και ψυχική κόπωση. Η αποτυχία να διαβάσουμε αυτά τα σήματα είναι η συλλογική μας ευθύνη.

Η πρόληψη δεν είναι απλώς μέτρα κατά του bullying ή περιορισμοί στη χρήση ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Είναι ικανότητα να συνδεθούμε συναισθηματικά, να κατονομάσουμε το τραύμα, να νοηματοδοτήσουμε τα συναισθήματα, να γίνουμε ασφαλής χώρος. Είναι ικανότητα να διατηρήσουμε την παρουσία μας ακόμη και όταν η σιωπή μοιάζει απόλυτη. Είναι η δημιουργία σχέσεων που νοηματοδοτούν την αξία και την ύπαρξη, αντί να την ακυρώνουν.

Κανένα παιδί δεν πρέπει να φτάνει στο σημείο να πιστεύει ότι η ζωή δεν αξίζει. Η κοινωνία που επιτρέπει στα παιδιά να εξαφανίζονται ψυχικά χωρίς να κινητοποιείται, συναινεί σιωπηλά σε αυτή την τραγωδία. Η εξαφάνιση αυτή προηγείται πάντα του θανάτου· συμβαίνει μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, μέσα στην αδιαφορία, στην έλλειψη σχέσης, στην αποτυχία να δούμε τον ψυχικό πόνο.

Η ψυχοθεραπευτική εμπειρία δείχνει ότι η επαφή με τον πόνο, η αναγνώριση της ντροπής, η κατοχύρωση της ψυχικής ύπαρξης, η δυνατότητα mentalization και η αποκατάσταση συναισθηματικών δεσμών είναι τα πραγματικά εργαλεία πρόληψης. Αυτά δεν μαθαίνονται μέσα από κανονισμούς ή συμβουλές· απαιτούν την ετοιμότητα των ενηλίκων να αντέξουν τον πόνο, να αντέξουν τη σιωπή, να μην την καλύψουν.

Κάθε παιδί που χάνεται μας υπενθυμίζει ότι η ζωή δεν χάνεται μόνο τη στιγμή του θανάτου. Χάνεται όταν δεν αναγνωρίζεται, όταν δεν κατοχυρώνεται, όταν δεν υπάρχει κανείς να στηρίξει την ψυχική του ύπαρξη. Η κοινωνία μας πρέπει να δει κατάματα αυτό το τραύμα, να αναγνωρίσει την αποσύνδεση και τη ντροπή, να δημιουργήσει σχέσεις που θεραπεύουν, πριν η σκιά καταπιεί και το επόμενο παιδί.

Μόνο έτσι η ζωή μπορεί να μείνει ζωντανή, και η κοινωνία να μην είναι συνένοχος σε μια σιωπηλή τραγωδία, που συμβαίνει καθημερινά μπροστά στα μάτια μας, αλλά παραμένει αόρατη μέχρι να είναι πολύ αργά.

Γράφει: o Νικόλας Τσιλιβαράκος (Κλινικος Κοινωνικος Λειτουργος – Ειδ. Δραματοθεραπευτής)

Επιμέλεια: Πόπη Μάλεση – B.A, M.A Psychology