Το καλοκαίρι δεν φοράει μαγιό. Φοράει δέρμα. Κι εμείς το διασχίζουμε σαν λανθασμένη πρόταση που κανείς δεν διόρθωσε.
Υπάρχει μια θάλασσα που ξέρει όλα τα ονόματα. Δεν ρωτά ποιος περπατά. Δεν ρωτά ποιος μιλά διαφορετικά. Δεν ζητά γνωματεύσεις. Μόνο ανοίγει. Και γίνεται. Ένα μικρό σώμα που επιπλέει.
Ίσως κοιμάται. Ίσως ονειρεύεται. Ίσως απλώς κουράστηκε να εξηγεί πως η σιωπή του δεν είναι απειλή. Γύρω του το νερό σκορπίζει σε χιλιάδες μπλε, ροζ, μωβ ανάσες. Σαν κάποιος να ανακάτεψε όλα τα καλοκαίρια μέσα σε μια παλάμη.
Οι άνθρωποι φοβούνται ό,τι δεν αποκωδικοποιούν. Ένα βλέμμα. Ένα σώμα. Μια διαφορετική τροχιά. Έναν κόσμο που δεν φωνάζει. Κι ύστερα εφευρίσκουν ιστορίες για να μη χρειαστεί να κοιτάξουν τον δικό τους φόβο.
Το κύμα δεν έχει γλώσσα. Κι όμως είναι το μόνο που προφέρει σωστά τη λέξη άνθρωπος.
Σήμερα η θάλασσα κρατά ένα καλοκαίρι στην αγκαλιά της. Όχι σαν μνήμα. Σαν υπόσχεση. Πως κάθε σώμα που τόλμησε να υπάρξει διαφορετικά, άφησε μια μικρή μετατόπιση στο νερό. Κι αυτή η μετατόπιση κάποτε θα γίνει κύμα.
Και το κύμα δεν πυροβολείται.
Μόνο ταξιδεύει.
“Ως ανάπηρη καλλιτέχνις δεν βλέπω ένα σώμα να πέφτει. Βλέπω έναν ολόκληρο κόσμο να πυροβολεί ό,τι δεν καταλαβαίνει.
Το σώμα αλλάζει κάθε φορά. Άλλοτε κινείται με αμαξίδιο. Άλλοτε μιλά διαφορετικά. Άλλοτε δεν μιλά καθόλου.
Μα η κάννη πάντα σημαδεύει την ίδια λέξη.
Διαφορετικός.”
Γράφει: η Εύα Λαμπάρα (EVArtist) – ανάπηρη performer, εικαστικός και δημιουργός immersive συμμετοχικών εγκαταστάσεων
