Για πολλά χρόνια, η αναπηρία παρουσιαζόταν στην τέχνη μέσα από δύο κυρίαρχες εικόνες: το σώμα που χρειάζεται λύπηση ή το σώμα που πρέπει να ξεπεράσει τον εαυτό του για να θεωρηθεί «έμπνευση». Ανάμεσα σε αυτές τις δύο αφηγήσεις, το πραγματικό σώμα συχνά εξαφανιζόταν.
Τι συμβαίνει όμως όταν το ανάπηρο σώμα δεν είναι το θέμα του έργου, αλλά το ίδιο το μέσο δημιουργίας;
Ως καλλιτέχνιδα που ζω με μια σπάνια μορφή μυϊκής δυστροφίας, το σώμα μου δεν είναι απλώς κάτι που κουβαλώ μαζί μου. Είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τον κόσμο. Είναι το φίλτρο μέσα από το οποίο παρατηρώ, αισθάνομαι και δημιουργώ.
Συχνά οι άνθρωποι εκπλήσσονται όταν μαθαίνουν ότι ζωγραφίζω κρατώντας το πινέλο με το στόμα ή ότι συμμετέχω σε περφόρμανς φορώντας αναπνευστικό εξοπλισμό. Η έκπληξη αυτή αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: έχουμε μάθει να συνδέουμε την τέχνη με συγκεκριμένα σώματα και συγκεκριμένους τρόπους κίνησης. Έχουμε μάθει να θεωρούμε κάποια σώματα αυτονόητα καλλιτεχνικά και κάποια άλλα εξαίρεση.
Για δεκαετίες, μάλιστα, αυτή η αντίληψη δεν ήταν μόνο κοινωνική αλλά και θεσμική. Στον χώρο των παραστατικών τεχνών, η έννοια της «αρτιμέλειας» χρησιμοποιήθηκε ως προϋπόθεση συμμετοχής και εκπαίδευσης. Το μήνυμα ήταν σαφές: για να ανέβεις στη σκηνή, έπρεπε πρώτα να ταιριάζεις σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο σώματος.
Το ερώτημα όμως είναι απλό: από πότε η τέχνη απαιτεί ομοιομορφία;
Αν η τέχνη είναι ο χώρος της ανθρώπινης έκφρασης, τότε ο αποκλεισμός σωμάτων με βάση τις φυσικές τους ιδιαιτερότητες δεν αποτελεί απλώς διάκριση. Αποτελεί φτωχοποίηση της ίδιας της τέχνης.
Στον χορό και στις παραστατικές τέχνες, η σκηνή εξακολουθεί συχνά να αντιμετωπίζεται ως χώρος όπου κυριαρχεί η σωματική τελειότητα. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια ανάπηροι χορευτές, ηθοποιοί και performers σε όλο τον κόσμο αποδεικνύουν ότι η έκφραση δεν περιορίζεται από τη μορφή του σώματος. Αντίθετα, κάθε σώμα φέρει τη δική του κινησιολογία, τη δική του αισθητική και τη δική του αφήγηση.
Η τέχνη δεν γεννιέται από την τελειότητα του σώματος.
Γεννιέται από την ανάγκη έκφρασης.
Η αργή κίνηση, η ακινησία, η εξάρτηση από μια αναπνοή που υποστηρίζεται τεχνολογικά, δεν είναι εμπόδια στη δημιουργία. Είναι μέρος της γλώσσας της. Όπως ένας χορευτής χρησιμοποιεί το άλμα ή ένας μουσικός τη σιωπή ανάμεσα στις νότες, έτσι κι εγώ χρησιμοποιώ όσα φέρει το σώμα μου ως υλικό καλλιτεχνικής έκφρασης.
Στα έργα μου, το σώμα δεν εμφανίζεται ως πρόβλημα προς επίλυση. Εμφανίζεται ως αρχείο μνήμης. Ως τόπος εμπειριών. Ως πολιτικό πεδίο. Ως χώρος επιθυμίας.

Η περφόρμανς «Ανάμεσα στις Αναπνοές» γεννήθηκε ακριβώς από αυτή τη συνθήκη. Από τη σχέση με την αναπνοή, τον χρόνο και την ευαλωτότητα. Από την ανάγκη να μιλήσω για όσα συνήθως μένουν αόρατα. Όχι μέσα από μια αφήγηση ηρωισμού, αλλά μέσα από την καθημερινή πραγματικότητα ενός σώματος που υπάρχει, δημιουργεί και διεκδικεί χώρο.

Το ίδιο συνέβη και με τις «Ανώνυμες Φωνές», μια συμμετοχική εγκατάσταση που έδωσε χώρο σε LGBTQI+ και ανάπηρα άτομα να μοιραστούν εμπειρίες, φόβους και επιθυμίες. Εκεί το σώμα δεν ήταν απαραίτητα ορατό. Ήταν όμως παρόν μέσα από τη φωνή, τη μνήμη και την ανάγκη να ακουστεί.

Μέσα από αυτές τις δράσεις συνειδητοποιώ διαρκώς ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι η αναπηρία. Είναι η δυσκολία της κοινωνίας να φανταστεί διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης. Να αναγνωρίσει ότι ένα σώμα σε αμαξίδιο, ένα σώμα που αναπνέει με μηχανική υποστήριξη ή ένα σώμα που κινείται διαφορετικά μπορεί να είναι ταυτόχρονα ευάλωτο, δυνατό, επιθυμητό, πολιτικό και καλλιτεχνικό.
Η αναπηρία δεν είναι μια συνθήκη έξω από την τέχνη. Είναι μια από τις πολλές ανθρώπινες εμπειρίες που μπορούν να γεννήσουν τέχνη.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν τα ανάπηρα σώματα μπορούν να βρίσκονται στη σκηνή. Ίσως το ερώτημα να είναι γιατί χρειάστηκε να περάσει τόσος χρόνος για να θεωρηθεί αυτονόητο.
Όταν αρχίζουμε να βλέπουμε τα ανάπηρα σώματα όχι ως εξαιρέσεις αλλά ως φορείς γνώσης, εμπειρίας και δημιουργικότητας, τότε αλλάζει και ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον πολιτισμό. Η προσβασιμότητα παύει να είναι μια τεχνική προσθήκη και γίνεται ζήτημα εκπροσώπησης. Γίνεται ζήτημα δικαιοσύνης.
Γιατί κάθε σώμα κουβαλά μια ιστορία.
Και κάθε ιστορία αξίζει να βρει τον χώρο της στην τέχνη.
