Υπάρχει μια τρομακτική στιγμή στην ιστορία των κοινωνιών, όπου οι δομές αποκαλύπτουν το πιο σκληρό τους πρόσωπο και οι λέξεις χάνουν το βάρος τους. Ο πρόσφατος, τραγικός χαμός ενός εικοσάχρονου αυτιστικού νέου στο Άργος δεν ήταν ένα «ατυχές, μεμονωμένο περιστατικό». Ήταν ο καθρέφτης μιας συλλογικής, συστημικής αποτυχίας. Είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός κόσμου που αρνείται πεισματικά να κατανοήσει οτιδήποτε ξεφεύγει από την αυστηρή γραμμή της δικής του, κατασκευασμένης κανονικότητας.
της Κάλλι Αναγνωστοπούλου
Για ένα νευροδιαφορετικό μυαλό, η κατάσταση πανικού δεν αποτελεί «παραβατική συμπεριφορά». Είναι μια κατάσταση απόλυτης αισθητηριακής και συναισθηματικής υπερφόρτωσης. Σε αυτές τις στιγμές, οι φωνές, οι σειρήνες, η καταδίωξη και η σωματική επιβολή δε λειτουργούν ως μέσα συμμόρφωσης. Αντιθέτως, μεταφράζονται από τον εγκέφαλο ως μια υπαρξιακή απειλή, μια βίαιη εισβολή σε έναν ήδη τρομαγμένο εσωτερικό κόσμο. Όταν το περιβάλλον αποτυγχάνει να προσφέρει ασφάλεια, το σώμα αντιδρά με το αρχέγονο ένστικτο της φυγής. Χωρίς τη δυνατότητα της ομιλίας για να εξηγήσει, να καθησυχάσει ή να αμυνθεί, η σιωπή του ατόμου βαφτίζεται ενοχή και η ανάγκη του για προστασία μετατρέπεται σε καταδίκη.
Εδώ ακριβώς αναδύεται το σκοτεινό πρόσωπο του δομικού ικανοτισμού. Ζούμε σε μια κοινωνία που έχει χτιστεί από τους «τυπικούς» για τους «τυπικούς». Μια κοινωνία που ανέχεται τη διαφορετικότητα μόνο ως διακοσμητικό στοιχείο σε παγκόσμιες ημέρες ευαισθητοποίησης, αλλά τη φοβάται και την καταστέλλει όταν εμφανιστεί στον δρόμο, ακατέργαστη και απρόβλεπτη. Όπως έχει γραφτεί εύστοχα στη σύγχρονη λογοτεχνία, τίποτα δεν αλλάζει αμέσως, αλλά σε μια σταδιακή θέρμανση που οδηγεί στον βρασμό χωρίς να το καταλάβεις. Αυτός ο «βρασμός» είναι η σταδιακή απώλεια της ανθρώπινης ενσυναίσθησης. Είναι η ευκολία με την οποία βαφτίζουμε «απειλή» οτιδήποτε δεν προλάβαμε, ή δε θελήσαμε, να εκπαιδευτούμε για να καταλάβουμε.
Αυτό το τραγικό συμβάν δεν αποτελεί μια θλιβερή ελληνική εξαίρεση, αλλά μέρος ενός ολέθριου παγκόσμιου μοτίβου. Από τον Καναδά μέχρι τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, οι διεθνείς καταγραφές και οι έρευνες μεγάλων επιστημονικών κέντρων, όπως του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Οι στατιστικές δείχνουν ότι οι νευροδιαφορετικοί άνθρωποι έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να έρθουν σε βίαιη επαφή με τις αρχές. Το σύστημα τείνει να παρερμηνεύει τα τυπικά χαρακτηριστικά του αυτισμού —όπως τη σιωπή, την αποφυγή βλεμματικής επαφής, τον πανικό ή τις επαναλαμβανόμενες κινήσεις— μεταφράζοντάς τα λανθασμένα ως ύποπτη συμπεριφορά, έλλειψη σεβασμού ή επιθετικότητα. Δύο εντελώς διαφορετικές «γλώσσες» συγκρούονται: η αστυνομία απαιτεί τυφλή, άμεση υπακοή, ενώ το άτομο σε κρίση αδυνατεί βιολογικά να επεξεργαστεί εντολές.
Η έλλειψη εξειδικευμένης εκπαίδευσης των κρατικών αρχών και των σωμάτων ασφαλείας δεν είναι μια απλή γραφειοκρατική παράλειψη· είναι μια συνειδητή επιλογή υποτίμησης της ανθρώπινης ζωής. Όταν ένας δημόσιος λειτουργός στερείται τα βασικά εργαλεία της αποσυμπίεσης, της διαχείρισης κρίσεων και της μη-λεκτικής επικοινωνίας, το αποτέλεσμα θα είναι πάντα η βία. Η άγνοια οπλίζει τα χέρια. Η έλλειψη θεσμικής παιδείας μετατρέπει την εξουσία σε θύτη και τον αδύναμο σε μάρτυρα.
Χρειαζόμαστε μια ριζική αναθεώρηση. Όχι άλλη επιφανειακή «ανοχή», αλλά πραγματική συμπερίληψη. Η εκπαίδευση για τη νευροδιαφορετικότητα πρέπει να ξεκινά από το σχολείο και να αποτελεί υποχρεωτικό, θεμελιώδες μάθημα για κάθε δημόσιο λειτουργό που διαχειρίζεται ανθρώπινες ζωές.
Η ενσυναίσθηση δεν είναι μια αφηρημένη, ρομαντική ιδέα. Είναι μια σκληρή, καθημερινή πολιτική πράξη. Είναι η ικανότητα να σταματήσεις, να παρατηρήσεις και να καταλάβεις ότι ο διπλανός σου δε λειτουργεί με τον δικό σου κώδικα, αλλά έχει το ίδιο ακριβώς δικαίωμα στην ασφάλεια, την αξιοπρέπεια και τον σεβασμό.
Το Άργος μας άφησε μια βαριά κληρονομιά σιωπής. Ο νεαρός αυτός άνθρωπος δε χάθηκε από τον αυτισμό του. Χάθηκε από τη δική μας αδυναμία να τον ακούσουμε, όταν δεν είχε τη φωνή να μας μιλήσει.
*Η Καλλιόπη (Κάλλι) Αναγνωστοπούλου είναι Υποψήφια Διδάκτωρ Κλινικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, με ερευνητικό και κλινικό ενδιαφέρον στη νευροδιαφορετικότητα και τα σύγχρονα μοντέλα διάγνωσης και ψυχοθεραπείας ενηλίκων. Είναι κάτοχος MSc στην Κλινική Ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο του Leiden, BSc στην Ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο Κύπρου και BSc στη Φιλοσοφία, Παιδαγωγική και Ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
