Οι γυναικοκτονίες δεν συμβαίνουν ξαφνικά. Προηγούνται φόβος, σιωπή, απειλές και μια κοινωνία που συχνά ακούει πολύ αργά.
του Νίκου Τσιλιβαράκου (Κλινικού Κοινωνικού Λειτουργού – Ειδ. Δραματοθεραπευτή)
Δεν ξεκινούν με φόνο. Ξεκινούν με μια προσβολή που βαφτίζεται «νεύρα». Με μια ζήλια που παρουσιάζεται ως «μεγάλη αγάπη». Με ένα κινητό που πρέπει να ελεγχθεί, μια φίλη που «δεν κάνει παρέα», μια γυναίκα που αρχίζει να μικραίνει μέσα στον ίδιο της τον εαυτό για να αποφύγει έναν ακόμη καβγά. Συνήθως, όταν μια γυναικοκτονία φτάνει να γίνει πρώτη είδηση, έχει προηγηθεί μια μεγάλη, αόρατη διαδρομή φόβου που οι περισσότεροι δεν είδαν — ή δεν θέλησαν να δουν.
Κάθε νέα υπόθεση γυναικοκτονίας στην Ελλάδα προκαλεί οργή, δημόσια συζήτηση και εύλογα ερωτήματα. Για λίγες ημέρες αναρωτιόμαστε «πώς έγινε», «γιατί δεν μίλησε», «γιατί δεν έφυγε», μέχρι το ενδιαφέρον να ξεθωριάσει και η κοινωνία να επιστρέψει στην καθημερινότητά της. Μέχρι την επόμενη γυναίκα.
Όμως οι γυναικοκτονίες δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, ούτε «οικογενειακές τραγωδίες». Δεν είναι στιγμές ανεξέλεγκτου θυμού ούτε «εγκλήματα πάθους», όπως συχνά περιγράφονται δημόσια, αμβλύνοντας την πραγματική τους διάσταση. Πρόκειται για την πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας: μια πράξη εξουσίας, ελέγχου και κυριαρχίας πάνω στη ζωή μιας γυναίκας.
Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Όταν λέμε «τη σκότωσε επειδή την αγαπούσε πολύ», μετακινούμε επικίνδυνα την ευθύνη από τη βία προς το συναίσθημα. Η αγάπη δεν σκοτώνει. Η ανάγκη κατοχής, ο φόβος εγκατάλειψης, η αδυναμία διαχείρισης ματαίωσης, οι βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις ελέγχου και ανισότητας μπορούν να οδηγήσουν σε επικίνδυνα μοτίβα συμπεριφοράς.
Ως επαγγελματίας Ψυχικής Υγείας, έχω βρεθεί απέναντι σε γυναίκες που δεν αντιλήφθηκαν εξαρχής ότι βρίσκονταν μέσα σε έναν κύκλο κακοποίησης. Όχι επειδή «δεν έβλεπαν», αλλά επειδή η βία σπάνια εμφανίζεται απότομα. Τις περισσότερες φορές εγκαθίσταται αργά και ύπουλα.
Στην αρχή μπορεί να μοιάζει με υπερβολικό ενδιαφέρον. Έντονη ανάγκη εγγύτητας. Εμμονική επικοινωνία. Ζήλια που ερμηνεύεται ως επιβεβαίωση αγάπης. Σταδιακά όμως εμφανίζονται ο έλεγχος, η απομόνωση, η υποτίμηση, οι εκρήξεις θυμού, η ψυχολογική βία, οι συγγνώμες και οι υποσχέσεις αλλαγής. Μέχρι που ο φόβος γίνεται καθημερινότητα.
Αυτό που συχνά παραγνωρίζουμε είναι πως οι περισσότερες γυναικοκτονίες αφήνουν πίσω τους σημάδια. Υπάρχουν προειδοποιητικά στοιχεία που επαναλαμβάνονται με ανησυχητική συχνότητα: απειλές, προηγούμενα επεισόδια βίας, stalking, εμμονική ζήλια, έλεγχος κινήσεων και επικοινωνίας, οικονομική εξάρτηση, φόβος αποχώρησης. Και πολλές φορές, η πιο επικίνδυνη στιγμή είναι όταν μια γυναίκα αποφασίζει να φύγει.
Εδώ χρειάζεται να απαντήσουμε σε ένα από τα πιο συνηθισμένα — και συχνά άδικα — κοινωνικά ερωτήματα: «Γιατί δεν έφυγε;»
Η σωστότερη ερώτηση ίσως είναι: «Τι την εμπόδιζε να φύγει με ασφάλεια;»
Οι άνθρωποι που δεν έχουν βιώσει κακοποιητική σχέση συχνά δυσκολεύονται να κατανοήσουν τον μηχανισμό της. Ο φόβος, η χειραγώγηση, η ψυχολογική εξάντληση, οι απειλές, τα παιδιά, η οικονομική εξάρτηση, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η κοινωνική απομόνωση και συχνά η ελλιπής υποστήριξη δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο εγκλωβισμού. Για πολλές γυναίκες, η αποχώρηση δεν είναι μια απλή απόφαση — είναι μια επικίνδυνη διαδικασία επιβίωσης.
Και τότε προκύπτει ένα δύσκολο αλλά αναγκαίο ερώτημα: Πού βρισκόμαστε όλοι οι υπόλοιποι;
Πόσες φορές ακούστηκαν φωνές πίσω από έναν τοίχο και θεωρήθηκαν «προσωπική υπόθεση»; Πόσες γυναίκες εισέπραξαν συμβουλές όπως «κάνε λίγο υπομονή», «μην χαλάσεις το σπίτι σου», «θα αλλάξει»; Πόσες φορές οι ίδιες οι κοινωνικές δομές λειτούργησαν αργά, αποσπασματικά ή ανεπαρκώς;
Οι γυναικοκτονίες δεν αφορούν μόνο τους δράστες και τα θύματα. Αποτελούν κοινωνικό φαινόμενο που αντανακλά τις αντιλήψεις μας για τη δύναμη, το φύλο, τον έλεγχο και τις σχέσεις.
Και υπάρχει ακόμη μια σιωπηλή πλευρά της τραγωδίας: τα παιδιά.
Παιδιά που μεγάλωσαν μέσα στον φόβο. Που έγιναν μάρτυρες βίας. Που έχασαν τη μητέρα τους με τον πιο βίαιο τρόπο και πολλές φορές τον πατέρα τους μέσα από τη φυλάκιση ή την κοινωνική κατάρρευση. Το ψυχικό τραύμα που αφήνει πίσω της η ενδοοικογενειακή βία δεν τελειώνει με το περιστατικό. Συνεχίζει να ζει μέσα στις σχέσεις, στις ανασφάλειες, στις δυσκολίες εμπιστοσύνης, στην ίδια την εικόνα που διαμορφώνεται για την αγάπη.
Η αντιμετώπιση των γυναικοκτονιών απαιτεί κάτι πολύ μεγαλύτερο από δημόσια αγανάκτηση μετά από κάθε τραγωδία.Χρειάζεται πρόληψη, εκπαίδευση και ουσιαστική θεσμική ετοιμότητα. Χρειάζεται να μάθουμε στα παιδιά τι σημαίνει όριο, συναίνεση, σεβασμός και συναισθηματική ευθύνη. Χρειάζεται καλύτερη πρόσβαση σε δομές προστασίας, ψυχοκοινωνική υποστήριξη, ασφαλείς ξενώνες και επαγγελματίες εκπαιδευμένους να αναγνωρίζουν εγκαίρως τον κίνδυνο.
Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τις γυναικοκτονίες σαν «μεμονωμένες εξαιρέσεις».
Γιατί πίσω από κάθε γυναίκα που χάθηκε υπήρχε μια ιστορία που πιθανότατα είχε αρχίσει πολύ πριν τη στιγμή του εγκλήματος. Υπήρχε ένας φόβος που ίσως ειπώθηκε και δεν ακούστηκε αρκετά δυνατά.
Και ίσως η πιο σημαντική κοινωνική αλλαγή να ξεκινά από κάτι φαινομενικά μικρό: να πιστεύουμε μια γυναίκα όταν λέει ότι φοβάται – πριν χρειαστεί να τη θρηνήσουμε.
Γράφει: o Νίκoς Τσιλιβαράκος (Κλινικος Κοινωνικος Λειτουργος – Ειδ. Δραματοθεραπευτής)
Επιμέλεια: Πόπη Μάλεση – B.A, M.A Psychology
