Τα τμήματα ένταξης στα δημόσια γενικά και επαγγελματικά σχολεία ξεκίνησαν με τη σημερινή τους μορφή με νόμο του Υπουργείου Παιδείας επισήμως το 2008 με σκοπό την κοινωνικοποίηση του μαθητή με την είσοδό του στην τυπική τάξη των συνομηλίκων του και την ταυτόχρονη στήριξή του σε τάξη για μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, αν και εφόσον είναι απαραίτητο.
της Νάνσυ Παναγουλοπούλου – Δημοσιογράφος
Φυσικά οι πρώιμες προσπάθειες είχαν ξεκινήσει ήδη το 1984 όταν με το νόμο 1566/1985 (και τον προγενέστερο ν. 1143/1981) τελούσαν υπό την ονομασία «Ειδικές Τάξεις». Μετονομάστηκαν επίσημα σε «Τμήματα Ένταξης» με τον νόμο 2817/2000. Ο νόμος 3699/2008 για την Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση επανακαθόρισε, οργάνωσε πληρέστερα και ενίσχυσε τη λειτουργία τους. Συγκεκριμένα, για μαθητές με ή χωρίς γνωμάτευση -αλλά με τη σύμφωνη γνώμη του σχολικού συμβούλου ΕΑΕ και είτε θα λειτουργούν σε τμήματα παράλληλα με το πρόγραμμα των υπολοίπων, είτε θα λειτουργούν ομαδικώς ή εξατομικευμένα επιπλέον του σχολικού προγράμματος για μαθητές με αυξημένες εκπαιδευτικές ανάγκες. Φυσικά το παραπάνω ισχύει για όσους μπορούν να επωφεληθούν της τυπικής εκπαίδευσης και δεν χρήζουν ειδικής. Έτσι μπορούν να επωφελούνται από ένα πιο εξειδικευμένο στις ανάγκες τους σχολικό πρόγραμμα, παρακολουθώντας άλλα μαθήματα στα οποία δεν χρειάζονται συγκεκριμένη διδασκαλία, άρα επωφελούνται της κοινωνικοποίησης με τους συνομηλίκους τους.
Από την ίδρυσή τους τα τμήματα ένταξης πληθαίνουν ανά τη χώρα, με συνεχείς εγκυκλίους να τη στηρίζουν. Παράλληλα, προσλήψεις καθηγητών και αναπληρωτών ειδικής αγωγής ίσως δίνουν την εντύπωση ότι η στήριξη της ειδικής αγωγής βαίνει καλώς.
Η πραγματικότητα είναι όμως ότι η υποστελέχωση της εκπαίδευσης καλά κρατεί, με τα τμήματα ένταξης να πλήττονται ιδιαίτερα.
Μια αναγνώστρια του nevronas.gr μας παραθέτει το παρακάτω παράδειγμα που αναδεικνύει το πρόβλημα στελέχωσης των τμημάτων ένταξης:
Σύμφωνα με τις Διευκρινιστικές οδηγίες και τις διατάξεις των άρθρων 117 και 126 του ν. 5224/2025 σχολικές μονάδες προβλέπεται ένας εκπαιδευτικός ΠΕ02, ένας ΠΕ03 και ένας εκπαιδευτικός ΠΕ04, άνω των 250 μαθητών. Όμως, το πρόγραμμα των ελάχιστων διαθέσιμων καθηγητών ανά σχολική μονάδα επιβαρύνεται απελπιστικά.
Στο σημείο αυτό εντοπίζεται και το ιδιαίτερο πρόβλημα ως προς τον κλάδο των φιλολόγων. Ενδεικτικά, το ισχύον ωρολόγιο πρόγραμμα του Ημερήσιου Γυμνασίου προβλέπει, ανά τμήμα, 11 ώρες φιλολογικών μαθημάτων στην Α΄ Γυμνασίου και 10 ώρες στη Β΄ και στη Γ΄ Γυμνασίου. Συνολικά, δηλαδή, αντιστοιχούν 31 ώρες φιλολογικών μαθημάτων την εβδομάδα ανά τμήμα στις τρεις τάξεις. Και όλα αυτά αφορούν τις εβδομαδιαίες ώρες εκτός των προγραμμάτων ένταξης, με τις όποιες επιπλέον ώρες μελέτης που απαιτούν από τον κάθε καθηγητή.
Η ανάγκη γίνεται ακόμη πιο εμφανής σε σχολικές μονάδες με μεγάλο αριθμό γνωματεύσεων από ΚΕΔΑΣΥ. Υπάρχουν σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ιδιαίτερα Γυμνάσια, Λύκεια και ΕΠΑΛ, όπου ο αριθμός των γνωματεύσεων μπορεί να είναι 80, 100 ή ακόμη και 120. Ο αριθμός αυτός δεν αποτελεί απλώς έναν αριθμητικό δείκτη· αποτυπώνει τον όγκο των εκπαιδευτικών αναγκών που καλείται να διαχειριστεί μια σχολική μονάδα. Στα ΕΠΑΛ, μάλιστα, η διαφορετική διάρθρωση των τομέων, των ειδικοτήτων και των γνωστικών αντικειμένων καθιστά ακόμη πιο σύνθετη την οργάνωση της υποστήριξης.
Μπορεί ένας μόνο φιλόλογος να καλύψει πραγματικά το σύνολο των αναγκών των τμημάτων ένταξης, εκπληρώνοντας παράλληλα τις υποχρεώσεις του στα υπόλοιπα τμήματα;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί μόνο με βάση τον αριθμό των οργανικών θέσεων. Χρειάζεται να εξετάζονται από την Πολιτεία, τα πραγματικά λειτουργικά κενά κάθε σχολικής μονάδας. Το ίδιο το πνεύμα των διευκρινιστικών οδηγιών της 1ης Οκτωβρίου 2025 κινείται προς μια σύγχρονη αντίληψη της Ειδικής Αγωγής, με έμφαση στη Συμπεριληπτική Εκπαίδευση, στη συνεργασία των εκπαιδευτικών Γενικής και Ειδικής Αγωγής, στη συνδιδασκαλία και στην ουσιαστική υποστήριξη των μαθητών μέσα στο φυσικό μαθησιακό τους περιβάλλον. Όσο διευρύνεται ο ρόλος των εκπαιδευτικών Ειδικής Αγωγής μέσα στη γενική τάξη και όσο περισσότεροι μαθητές χρειάζονται υποστήριξη, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η επαρκής λειτουργική στελέχωση των σχολικών μονάδων.
Η ίδρυση των νέων Τμημάτων Ένταξης και οι μόνιμοι διορισμοί του 2025 και του 2026 είναι αναμφισβήτητα ένα σημαντικό και θετικό βήμα. Δεν θα πρέπει, όμως, η διαδικασία να ολοκληρώνεται με τη δημιουργία της οργανικής θέσης. Το επόμενο και απολύτως αναγκαίο βήμα είναι η κάλυψη των λειτουργικών κενών που εξακολουθούν να υφίστανται, με βάση τις πραγματικές ανάγκες κάθε σχολείου. Γιατί ένα σχολείο μπορεί πλέον να έχει οργανικά ένα Τμήμα Ένταξης, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι ανάγκες των μαθητών έχουν αυτομάτως καλυφθεί. Μπορεί να υπάρχουν δεκάδες γνωματεύσεις ΚΕΔΑΣΥ, πολλά τμήματα, διαφορετικοί τομείς και γνωστικά αντικείμενα, ενώ το διαθέσιμο προσωπικό να παραμένει περιορισμένο.
Η οργανική θέση υπάρχει, αλλά η πραγματική εκπαιδευτική υποστήριξη δεν επαρκεί.
Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν είναι αν τα Τμήματα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν ουσιαστικά τους μαθητές με γνωματεύσεις και να λειτουργήσουν με το αναγκαίο προσωπικό και αν τα λειτουργικά κενά κάθε σχολικής μονάδας θα καλυφθούν εγκαίρως. Η πλήρης στελέχωσή του τμήματος ένταξης, είναι αυτή που μετατρέπει τη θεσμική πρόβλεψη σε ουσιαστική εκπαιδευτική πράξη.
Και τελικά, αυτό που πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο δεν είναι ο αριθμός των θέσεων στα χαρτιά, αλλά το αν κάθε μαθητής λαμβάνει την υποστήριξη που πραγματικά χρειάζεται μέσα στο δημόσιο σχολείο.
Γράφει: η Νάνσυ Παναγουλοπούλου – Δημοσιογράφος
Επιμέλεια: Πόπη Μάλεση – B.A, M.A Psychology
