Η Ιωάννα-Μαρία Γκέρτσου, ψυχολόγος και ιδρύτρια της «Λάρα», της πρώτης σχολής σκύλων-οδηγών για τυφλούς στην Ελλάδα, με δύο αναρτήσεις της δεν στάθηκε μόνο στην καταγγελία της μισαναπηρικής συμπεριφοράς που αντιμετώπισε ως επιβάτιδα σε πλοίο, αλλά και στο πώς εκδηλώνεται γενικότερα ο μισαναπηρισμός στην καθημερινή μας ζωή, με αφορμή, βέβαια, και τη δολοφονία του Θοδωρή Ζαβραδινού Καραμπαμπά.
Στο πλοίο, χρειάζομαι μόνο έναν άνθρωπο κατά την επιβίβαση και την αποβίβαση: κάποιον να δείχνει τον δρόμο στον Μπάμπου, τον σκύλο οδηγό μου, ώστε να μπορεί να τον ακολουθήσει. Τίποτα περισσότερο. Το πλοίο δεν διαθέτει πινακίδες Braille, ανάγλυφους χάρτες ή άλλες προσβάσιμες υποδομές που θα μου επέτρεπαν να προσανατολιστώ μόνη μου. Κατά τα άλλα, – με ξέρετε – δεν χρειάζομαι και πολλά. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί στην Ελλάδα όπου ζούμε, δεν θα είχα επιβιώσει αν έπεφτα στην ανάγκη των Άλλων (στο «Άλλων» βάλτε ο,τι θέλετε: κράτος, ανθρώπους, υποδομές, νοοτροπίες, παροχές κοκ…) …
Φτάνοντας στο νησί, δεν εφαρμόστηκε κανένα οργανωμένο πρωτόκολλο για ανάπηρους επιβάτες. Με έβγαλαν από την καμπίνα, μου είπαν να περιμένω στο σαλόνι με τη βαλίτσα και τα σκυλιά μου και, λίγο αργότερα, μας στοίβαξαν σε έναν στενό διάδρομο μαζί με άλλο κόσμο, περιμένοντας κανένα μισάωρο να επιβιβαστούμε στο ασανσέρ. Ενα ασανσέρ, το οποίο φαντάζομαι δεν χρειάζονταν πραγματικά, πολλοί από όσους ήταν εκεί.
Ο υπάλληλος που με συνόδευε μιλούσε στον ασύρματο. Τον καλούσαν να παραλάβει έναν ακόμη επιβάτη, χρήστη αμαξιδίου. Την πρώτη φορά απάντησε: «Αποβιβάζω αυτό που έχω και πάω». Το «αυτό» ήμουν εγώ. Λίγο αργότερα τον ξανακάλεσαν. Αυτή τη φορά, εκνευρισμένος, είπε: «Τρέχουμε συνέχεια πάνω κάτω να τους κουβαλάμε και δεν πληρωνόμαστε κιόλας».
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι ακριβώς ήμουν στα μάτια του. Όχι ένας άνθρωπος που χρειάστηκε απλά να του δείξουν το δρόμο, αλλά ενα φορτίο προς μεταφορά. Ένα σακί που το «κουβαλάνε». Και το είπε τόσο απροκάλυπτα μπροστά μου, αγνοώντας με αφού τα ανάπηρα άτομα θεωρούνται εξ ορισμού υποδυέστερα. Πιθανότατα πιστεύοντας πως αφού είμαι τυφλή, ίσως… δεν ακούω κιόλας. Είναι εντυπωσιακό πόσο συχνά η τύφλωση εξισώνεται αυθαίρετα με την κώφωση.
Αν έτσι αντιμετωπίζεται ένα ανάπηρο άτομο σαν εμένα που χρειάζεται ελάχιστη υποστήριξη, αναρωτιέμαι: πόση πραγματική στήριξη είχε η μητέρα του 20χρονου αυτιστικού ατόμου με σοβαρές νοητικές και ψυχικές δυσκολίες; Ποιο δίκτυο ήταν δίπλα της; Ποια υπηρεσία; Ποιο κράτος; Ποια κοινότητα, Κύριε Δήμαρχε του Άργους και στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος;
Είναι πολύ πιο εύκολο να καταδικάζεις από το να αναλάβεις την ευθύνη μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να βλέπει την αναπηρία όχι ως μια κατάσταση που χρειάζεται προσβασιμότητα, εξειδίκευση και υποστήριξη, αλλά ως ένα βάρος που κάποιοι «κουβαλάνε». Μια κοινωνία της οποίας είσαι ο καθρέφτης.
Ο μισαναπηρισμός γεννιέται πολύ νωρίς, μέσα στις λέξεις. Στις μικρές καθημερινές φράσεις που περνούν απαρατήρητες. Γιατί οι λέξεις δεν περιγράφουν απλώς την πραγματικότητα. Τη δημιουργούν. Αν αποκαλείς έναν άνθρωπο «φορτίο», αργά ή γρήγορα θα πάψεις να βλέπεις τον άνθρωπο και θα βλέπεις μόνο το φορτίο.
Και όμως, κανείς μας δεν είναι αυτάρκης.
Η ευαλωτότητα δεν είναι αποκλειστική ιδιότητα των αναπήρων. Είναι η μοίρα όλων των ανθρώπων. Σήμερα κάποιος δείχνει τον δρόμο στον σκύλο-οδηγό μου. Αύριο κάποιος θα κρατήσει εσένα από το χέρι όταν ξυπνήσεις από ένα χειρουργείο. Μεθαύριο κάποιος θα σου θυμίσει το όνομά σου όταν η μνήμη σου αρχίσει να σβήνει.
Ζούμε σε μια μισαναπηρη κοινωνία – ναι δεν θα σταματήσω να το λέω – που διαχρονικά αγνοεί. Που βλέπει μόνο βάρος κι όχι συμπερίληψη, δικαιώματα, ανάγκες, εκπαίδευση και ισονομία. Από εκεί θεωρώ, ξεκινά κάθε μορφή βίας.
Επειδή διαβάζω από εδώ κι από εκεί, σχόλια ατόμων (μεταξύ αυτών και αναπήρων), που αναρωτιούνται γιατί το περιστατικό στο πλοίο που περιέγραψα παρακάτω, είναι μισαναπηρισμός, θα επιχειρήσω να εξηγήσω τους λόγους (ναι είναι αρκετοί).
Το περιστατικό, αναδεικνύει τον μισαναπηρισμό όχι επειδή ένας υπάλληλος ήταν αγενής, αλλά επειδή συμπυκνώνει μια ολόκληρη κοινωνική αντίληψη για την αναπηρία. Αυτό είναι που είχε κατά τη γνώμη μου αξία να αναδειχθεί.
Θα έλεγα ότι ο μισαναπηρισμός εμφανίζεται εδώ σε πέντε επίπεδα:
1. Η μετατροπή του ανθρώπου σε αντικείμενο.
Η φράση «αποβιβάζω αυτό που έχω» και ακόμη περισσότερο «τους κουβαλάμε» αφαιρεί από το ανάπηρο άτομο την ιδιότητα του υποκειμένου. Δεν ήμουν πλέον επιβάτιδα, αλλά ένα αντικείμενο μεταφοράς. Η γλώσσα λειτουργεί αποανθρωποποιητικά.
2. Η αντίληψη ότι η υποστήριξη είναι χάρη και όχι υποχρέωση.
Ο υπάλληλος δεν παρουσιάζει τη συνοδεία ως μέρος της εργασίας του μέσα σε ένα προσβάσιμο σύστημα, αλλά ως προσωπικό βάρος: «τρέχουμε συνέχεια… δεν πληρωνόμαστε». Αυτό μετατοπίζει το πρόβλημα από την έλλειψη οργάνωσης του φορέα στο σώμα του ανάπηρου ανθρώπου. Σαν να έφταιγα εγώ που χρειαζόμουν υποστήριξη. Αυτό είναι κεντρικός μηχανισμός του μισαναπηρισμού
3. Η αορατότητα της πραγματικής αιτίας.
Το πρόβλημα δεν ήταν ότι χρειάστηκα βοήθεια. Το πρόβλημα ήταν ότι το πλοίο δεν είχε προσβάσιμη σήμανση, απτική καθοδήγηση ή σαφές πρωτόκολλο αποβίβασης. Δηλαδή, η κοινωνία δημιουργεί το εμπόδιο και μετά αντιμετωπίζει το άτομο που επηρεάζεται από αυτό ως το ίδιο το πρόβλημα. Αυτό ακριβώς περιγράφει το κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας (όσοι δεν γνωρίζετε τι είναι αυτό, ψάξτε το).
4. Η αυτονόητη υποτίμηση.
Το πιο εντυπωσιακό σημείο είναι ότι η φράση ειπώθηκε μπροστά μου. Αυτό δείχνει πως ο υπάλληλος δεν θεώρησε ότι όφειλε να διαφυλάξει την αξιοπρέπειά μου. Υπάρχει μια άρρητη ιεράρχηση όπου ο ανάπηρος άνθρωπος θεωρείται λιγότερο ισότιμος συνομιλητής. Η αναπηρία συνοδεύεται συχνά από την ασυνείδητη υπόθεση ότι το άτομο είτε δεν θα καταλάβει είτε δεν έχει την ίδια κοινωνική αξία.
5. Η σύνδεση της αναπηρίας με το βάρος.
Δεν περιγράφεται η ανάγκη μου. Περιγράφεται η επιβάρυνση των άλλων.
Αυτή είναι ίσως η πιο βαθιά μορφή μισαναπηρισμού. Η αναπηρία παύει να γίνεται αντιληπτή ως μια ανθρώπινη κατάσταση που απαιτεί συλλογική οργάνωση και μετατρέπεται σε κόστος.
Γιατί είναι σημαντικό να αναδεικνύονται τέτοια περιστατικά; Επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι φαντάζονται ότι ο μισαναπηρισμός εμφανίζεται μόνο σε ακραίες μορφές: όταν κάποιος αρνείται μια υπηρεσία, όταν υπάρχει λεκτική επίθεση ή διάκριση, όταν παρεμποδίζεται η πρόσβαση σε πολύ σοβαρό βαθμό (πχ ανάπηροι επιβάτες στα γκαράζ των πλοίων).
Στην πραγματικότητα, ο μισαναπηρισμός συντηρείται κυρίως μέσα από τις καθημερινές, «ασήμαντες» στιγμές. Από τις λέξεις που χρησιμοποιούνται χωρίς δεύτερη σκέψη, από τις εκφράσεις που όλοι θεωρούν φυσιολογικές, από τις μικρές υποτιμήσεις που δεν καταγράφονται ως περιστατικά βίας.
Αν αυτές οι στιγμές μένουν αόρατες, τότε η κοινωνία πιστεύει ότι «δεν υπάρχει πρόβλημα». Εγώ, επιχείρησα να μεταφέρω τη συζήτηση από την ατομική αγένεια στη δομική κουλτούρα. Έδειξα, πώς μια συγκεκριμένη φράση εκφράζει έναν τρόπο σκέψης που έχει διαμορφωθεί από ένα σύστημα χωρίς προσβασιμότητα, χωρίς εκπαίδευση και χωρίς κουλτούρα ισότητας.
Ο μισαναπηρισμός δεν γεννιέται όταν κάποιος αρνηθεί ένα δικαίωμα. Γεννιέται όταν η παρουσία ενός ανάπηρου ατόμου βιώνεται ως επιβάρυνση και η υποστήριξη που δικαιούται περιγράφεται ως “κουβάλημα”. Από εκεί μέχρι την εγκατάλειψη, την αδιαφορία ή τη βία, η απόσταση είναι πολύ μικρότερη απ’ όσο πιστεύουμε.
Θέλω να ευχαριστήσω κι όλους/όλες όσους/όσες σχολίασαν στο προφίλ μου με κατανόηση, ενσυναίσθηση, υποστήριξη.
Χάρηκα πραγματικά, όχι επειδή συμφώνησαν μαζί μου, αλλά επειδή κατάλαβαν τι πραγματικά προσπαθούσα να αναδείξω. Με διακινεί διαχρονικά το γεγονός, ότι σε αυτό το προφίλ έχουν συγκεντρωθεί άνθρωποι που επιλέγουν να ακούσουν πριν απαντήσουν, να σκεφτούν πριν κρίνουν και να αναζητήσουν το βαθύτερο κοινωνικό νόημα πίσω από ένα περιστατικό.
Δεν είναι αυτονόητο. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ελπιδοφόρο στοιχείο: όταν δημιουργούνται μικρές κοινότητες ανθρώπων με κοινή λογική, ενσυναίσθηση και διάθεση για ουσιαστικό διάλογο, υπάρχει ακόμη χώρος να αλλάξουν τα πράγματα.
Πηγή: Ιωάννα-Μαρία Γκέρτσου
