Υπάρχουν βιβλία που δεν τελειώνουν όταν φτάσουμε στην τελευταία τους σελίδα.
Κλείνουμε το βιβλίο, όμως η ιστορία συνεχίζει να δουλεύει μέσα μας. Οι ήρωες, οι επιλογές τους, οι φόβοι και οι συγκρούσεις τους επιστρέφουν κάποια στιγμή στη σκέψη μας και μας κάνουν να κοιτάξουμε με διαφορετικό τρόπο τη δική μας πραγματικότητα.
Των Λαζαρίδη Μελίντα και Σάββας Λαζαρίδης – Συμπεριφορικοί Οπτομέτρες / BL VisionTherapy
Ίσως αυτή να είναι και η πραγματική δύναμη ενός σημαντικού βιβλίου.
Δεν μας δίνει απλώς μια ιστορία. Μας αφήνει μια ερώτηση.
Ο Άρχοντας των Μυγών του William Golding είναι ένα από αυτά τα βιβλία.
Γραμμένο το 1954, αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας αγοριών που, μετά την πτώση του αεροπλάνου τους, βρίσκονται μόνα σε ένα έρημο νησί. Δεν υπάρχει κανένας ενήλικας. Κανένα γνώριμο σύστημα κανόνων. Καμία εξωτερική αρχή που να ορίζει τι επιτρέπεται, τι απαγορεύεται και πώς μπορούν να συνυπάρξουν.
Στην αρχή, τα παιδιά προσπαθούν να οργανωθούν.
Εκλέγουν αρχηγό, δημιουργούν κανόνες και χρησιμοποιούν την κοχύλια ως σύμβολο της τάξης και του δικαιώματος του καθενός να ακουστεί.
Υπάρχει, δηλαδή, ένα πλαίσιο.
Σταδιακά όμως το πλαίσιο αυτό αρχίζει να διαλύεται.
Ο φόβος μεγαλώνει. Η ομάδα διχάζεται. Η ανάγκη για δύναμη υπερισχύει της συνεργασίας. Οι κανόνες χάνουν τη σημασία τους και, μαζί τους, χάνονται σταδιακά και τα σημεία αναφοράς που επέτρεπαν στα παιδιά να οργανώνουν τη συμπεριφορά και τις σχέσεις τους.
Και κάπου εκεί το βιβλίο μάς αφήνει μπροστά σε μια πολύ μεγαλύτερη ερώτηση:
Τι χρειάζεται ένα παιδί για να μπορέσει να προσανατολιστεί μέσα στον κόσμο;
Το παιδί χρειάζεται σημεία αναφοράς
Ένα παιδί μεγαλώνει μέσα σε έναν κόσμο που ακόμη μαθαίνει να κατανοεί.
Μαθαίνει πού βρίσκεται. Ποιοι είναι οι άλλοι. Τι είναι ασφαλές και τι όχι. Τι μπορεί να κάνει μόνο του και πότε χρειάζεται βοήθεια. Πότε μπορεί να προχωρήσει και πότε χρειάζεται να σταματήσει.
Γι’ αυτό δεν αρκεί απλώς να γνωρίζει τα όριά του.
Χρειάζεται πρώτα να αισθανθεί ότι υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να κινηθεί με ασφάλεια.
Το πλαίσιο δεν περιορίζει απαραίτητα την ανάπτυξη.
Όταν είναι κατάλληλο, την καθιστά δυνατή.
Γιατί μόνο όταν γνωρίζουμε από πού ξεκινάμε μπορούμε πραγματικά να απομακρυνθούμε, να εξερευνήσουμε και να ανακαλύψουμε.
Ο ενήλικας ως σημείο αναφοράς
Ο ενήλικας δεν είναι μόνο εκείνος που προστατεύει.
Είναι και εκείνος που προσανατολίζει.
Δεν χρειάζεται να έχει όλες τις απαντήσεις. Ούτε να απομακρύνει κάθε δυσκολία από τον δρόμο του παιδιού.
Χρειάζεται όμως να μπορεί να προσφέρει ένα σταθερό «εδώ», ένα σαφές «μέχρι εδώ» και, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, ένα:
«Τώρα μπορείς να δοκιμάσεις μόνος σου.»
Γιατί η ανεξαρτησία δεν γεννιέται από την απουσία καθοδήγησης.
Χτίζεται πάνω στην καθοδήγηση.
Το παιδί χρειάζεται αρχικά ένα ασφαλές σημείο αναφοράς από το οποίο θα μπορέσει σταδιακά να απομακρυνθεί.
Με τον χρόνο, αυτό που στην αρχή ερχόταν από έξω αρχίζει να οργανώνεται από μέσα.
Η εξωτερική καθοδήγηση μετατρέπεται σε εσωτερικό σημείο αναφοράς.
Και τότε το παιδί μπορεί να αρχίσει να αποφασίζει, να δοκιμάζει, να διορθώνει, να αλλάζει κατεύθυνση και, τελικά, να βρίσκει όλο και περισσότερο μόνο του τον δρόμο του.
Από τον προσανατολισμό στην όραση
Κάπου εδώ, η έννοια του προσανατολισμού μας οδηγεί και σε ένα διαφορετικό πεδίο: την όραση.
Ίσως αρχικά η σύνδεση να μην είναι προφανής.
Στην οπτομετρική πράξη, όμως, δεν μας ενδιαφέρει μόνο εάν ένα παιδί μπορεί να διακρίνει καθαρά γράμματα ή σύμβολα σε έναν πίνακα.
Μας ενδιαφέρει και πώς χρησιμοποιεί την όρασή του για να οργανώνει τη σχέση του με τον κόσμο.
Πώς εντοπίζει έναν στόχο.
Πώς αντιλαμβάνεται τον χώρο γύρω του.
Πώς συντονίζει την όραση με την κίνηση.
Πώς μετακινεί την προσοχή του από ένα σημείο σε ένα άλλο.
Πώς οργανώνει τις οπτικές πληροφορίες που δέχεται και πώς τις χρησιμοποιεί για να κινηθεί, να διαβάσει, να γράψει, να παίξει και να αλληλεπιδράσει με το περιβάλλον του.
Έτσι, η ερώτηση δεν είναι μόνο:
«Πόσο καλά βλέπει;»
Αλλά και:
«Πώς χρησιμοποιεί αυτό που βλέπει;»
Και ίσως ακόμη βαθύτερα:
«Πώς έχει μάθει να οργανώνει την οπτική πληροφορία που δέχεται;»
Η διαφορά είναι ουσιαστική.
Γιατί μας μετακινεί από μια στατική αντίληψη της όρασης σε μια περισσότερο λειτουργική θεώρηση: την όραση ως ενεργό διαδικασία προσανατολισμού, επιλογής και αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον.
Όχι απλώς μάτια που “δουλεύουν περισσότερο”
Εδώ βρίσκεται και ένα σημαντικό μέρος της φιλοσοφίας της Οπτομετρικής Θεραπείας.
Όταν αντιμετωπίζεται ως ολοκληρωμένη οπτομετρική προσέγγιση και όχι απλώς ως μια συλλογή ασκήσεων, ο στόχος δεν είναι να «δουλέψουν περισσότερο» τα μάτια.
Ο στόχος είναι να διερευνηθεί και, όπου χρειάζεται, να υποστηριχθεί ο τρόπος με τον οποίο η όραση λειτουργεί μέσα στη συνολική οργάνωση του ατόμου.
Όραση, κίνηση, σώμα, χώρος και αντίληψη.
Όχι ως απομονωμένα κομμάτια, αλλά ως λειτουργίες που συνεργάζονται διαρκώς, επιτρέποντάς μας να προσανατολιζόμαστε και να αλληλεπιδρούμε αποτελεσματικά με το περιβάλλον μας.
Γι’ αυτό, όταν δουλεύουμε με ένα παιδί, δεν έχει σημασία μόνο να εντοπίσουμε τι δεν μπορεί να κάνει.
Εξίσου σημαντικό είναι να κατανοήσουμε:
Πώς έχει μάθει να κάνει αυτό που ήδη κάνει;
Ποιες στρατηγικές χρησιμοποιεί;
Πού δυσκολεύεται;
Πού καταβάλλει υπερβολική προσπάθεια;
Και ποια διαφορετική εμπειρία μπορούμε να του προσφέρουμε, ώστε να ανακαλύψει έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο οργάνωσης;
Η καθοδήγηση εδώ δεν σημαίνει ότι του δίνουμε κάθε απάντηση.
Σημαίνει ότι δημιουργούμε τις συνθήκες ώστε να μπορέσει σταδιακά να βρει περισσότερες απαντήσεις μόνο του.
Από την καθοδήγηση στην αυτονομία
Ίσως τελικά εδώ συναντιούνται οι δύο ιστορίες.
Η ιστορία του παιδιού που μεγαλώνει και η ιστορία της όρασης που οργανώνεται μέσα από την εμπειρία.
Και στις δύο υπάρχει μια κοινή ανάγκη:
Να ξέρω πού βρίσκομαι, ώστε να μπορώ να αποφασίσω πού θέλω να πάω.
Ο γονιός προσπαθεί να δώσει στο παιδί ένα ασφαλές πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να εξελιχθεί.
Ο θεραπευτής, από τη δική του πλευρά, προσπαθεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε το παιδί να χρησιμοποιεί τις δυνατότητές του με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, προσαρμοστικότητα και αυτονομία.
Και στις δύο περιπτώσεις χρειάζεται ισορροπία.
Με σεβασμό στον ρυθμό του παιδιού.
Αλλά και με όρια.
Με ελευθερία, αλλά και με σημεία αναφοράς.
Με χώρο για πειραματισμό, αλλά και με ένα πλαίσιο αρκετά σταθερό ώστε το παιδί να γνωρίζει ότι δεν είναι μόνο του μέσα στον κόσμο.
Γιατί ο πραγματικός στόχος δεν είναι να εξαρτάται για πάντα από τον γονιό, τον εκπαιδευτικό ή τον θεραπευτή.
Ο στόχος είναι να αποκτήσει σταδιακά τις δυνατότητες ώστε κάποια στιγμή να μη χρειάζεται πια να του δείχνουμε τον δρόμο.
Να μπορεί να τον αναζητήσει.
Να διορθώσει την πορεία του.
Και τελικά να τον βρει μόνο του.
Όταν χάνεται το πλαίσιο
Ίσως αυτό να είναι και ένα από τα πιο ουσιαστικά πράγματα που μπορούμε να κρατήσουμε από τον Άρχοντα των Μυγών.
Όταν χάνονται τα σημεία αναφοράς, δεν χάνεται μόνο η τάξη.
Χάνεται σταδιακά και η αίσθηση του πού βρισκόμαστε σε σχέση με τον κόσμο και με τους άλλους.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται έναν κόσμο χωρίς πλαίσιο.
Ούτε έναν κόσμο στον οποίο κάποιος αποφασίζει τα πάντα για εκείνα.
Χρειάζονται έναν κόσμο αρκετά σταθερό ώστε να αισθάνονται ασφαλή και αρκετά ανοιχτό ώστε να μπορούν να εξερευνήσουν.
Έναν κόσμο μέσα στον οποίο μπορούν να μάθουν να προσανατολίζονται.
Μέχρι να έρθει η στιγμή που δεν θα χρειάζεται πια να ρωτούν:
«Πού πρέπει να πάω;»
Αλλά θα μπορούν να πουν:
«Ξέρω πού βρίσκομαι. Και μπορώ να βρω τον δρόμο μου.»
Γράφουν οι: Λαζαρίδη Μελίντα και Σάββας Λαζαρίδης – Συμπεριφορικοί Οπτομέτρες / BL VisionTherapy
Επιμέλεια: Πόπη Μάλεση – B.A, M.A Psychology


