Το καλοκαίρι μπήκε χωρίς πολλές ανακοινώσεις. Δεν ήρθε με τυμπανοκρουσίες ούτε με μεγάλες υποσχέσεις. Ήρθε αθόρυβα.
Με ένα βράδυ που δεν ήθελες να μπεις μέσα. Με ένα αεράκι που εμφανίστηκε την κατάλληλη στιγμή. Με ένα καρπούζι στο ψυγείο και μια βόλτα που ξεκίνησε με το κλασικό «πάμε να δούμε πού θα μας βγάλει».
Ομολογώ πως, μεγαλώνοντας, έχω αρχίσει να εκτιμώ περισσότερο τα μικρά καλοκαίρια από τα μεγάλα. Όχι εκείνα των εξωτικών προορισμών και των εντυπωσιακών φωτογραφιών. Τα άλλα. Εκείνα που χωράνε σε ένα μπαλκόνι. Με τον ανεμιστήρα να γυρίζει νωχελικά, τα τζιτζίκια να δουλεύουν υπερωρίες και τη θάλασσα να αλλάζει χρώμα κάθε ώρα, σαν να δοκιμάζει καινούργια φορέματα. Εκείνα που χωράνε σε μια αυθόρμητη βόλτα. Χωρίς πρόγραμμα. Χωρίς βιασύνη. Μόνο με διάθεση.
Στις βόλτες μου συναντώ βλέμματα. Κάποια γελούν. Κάποια απορούν. Κάποια με κοιτούν λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται, σαν να προσπαθούν να λύσουν έναν γρίφο. Καμιά φορά δεν μιλούν καν σε μένα. Μιλούν στον άνθρωπο που είναι δίπλα μου.
«Κρίμα το κορίτσι…»
Ή το αγαπημένο μου:
«Τόσο όμορφη κοπέλα…»
Και κάθε φορά σκέφτομαι το ίδιο. Λες και η ομορφιά δεν μπορεί να συνυπάρχει με την αναπηρία. Λες και το σώμα μου χάλασε την ιστορία που είχαν ήδη γράψει στο μυαλό τους.
Δεν θυμώνω πια. Χαμογελάω.
Γιατί ξέρω κάτι που εκείνη τη στιγμή ίσως δεν ξέρουν εκείνοι.
Η αναπηρία δεν ακυρώνει την ομορφιά. Δεν ακυρώνει τον αισθησιασμό. Δεν ακυρώνει τον έρωτα. Δεν ακυρώνει τις βόλτες, τα παγωτά, τα ξενύχτια, τα γέλια που σε κάνουν να πονάει η κοιλιά.
Δεν ακυρώνει τη ζωή.
Ακυρώνει μόνο τα στερεότυπα.
Κι όσο εκείνοι προσπαθούν να με χωρέσουν στις λέξεις τους, εγώ χωράω τον κόσμο στις δικές μου εικόνες. Στη θάλασσα που ανοίγεται μπροστά μου. Στα πυκνά φυτά του μπαλκονιού που μοιάζουν να ακουμπούν τον ουρανό. Στον αέρα που περνά ανάμεσα στα φύλλα και στα μαλλιά μου. Στην αλμύρα που μένει πάνω στο δέρμα. Στην ελευθερία που δεν μετριέται σε βήματα αλλά σε ανάσες.
Κι όμως, την ίδια στιγμή που εγώ σκέφτομαι όλα αυτά, διαβάζω για έναν άνθρωπο σε αναπηρικό αμαξίδιο που δεν του επετράπη να επιβιβαστεί σε τρόλεϊ επειδή ήταν μόνος του.
Και αναρωτιέμαι πόσο εύκολα εξακολουθούμε να μπερδεύουμε τη φροντίδα με την επιτήρηση. Πόσο συχνά θεωρείται αυτονόητο ότι ένας ανάπηρος άνθρωπος πρέπει να συνοδεύεται για να κυκλοφορεί, να αποφασίζει, να ταξιδεύει, να υπάρχει.
Εγώ όμως, όταν βγαίνω βόλτα, δεν διεκδικώ κάτι ηρωικό. Δεν ζητώ θαυμασμό επειδή ζω τη ζωή μου.
Διεκδικώ το αυτονόητο.
Να μπορώ να πάω για ένα παγωτό. Να χαζέψω τη θάλασσα. Να χαθώ σε έναν δρόμο ένα καλοκαιρινό απόγευμα. Να επιστρέψω σπίτι με αλάτι στα μαλλιά και χυμό καρπουζιού στα χέρια.
Όπως οποιοσδήποτε άλλος.
Γιατί η ανεξάρτητη ζωή δεν είναι προνόμιο.
Είναι δικαίωμα.
Γι’ αυτό και, παρά όλα όσα ακόμη χρειάζεται να αλλάξουν, επιμένω να αγαπώ τα μικρά καλοκαίρια. Εκείνα που δεν ζητούν άδεια από κανέναν για να υπάρξουν.
Γιατί είμαι μια ευτυχισμένη ανάπηρη γυναίκα.
Όχι επειδή η ζωή μου είναι εύκολη.
Αλλά επειδή έμαθα να μη δανείζομαι το βλέμμα των άλλων για να κοιτάζω τον εαυτό μου.


