ΑΠΟΨΕΙΣ

Θα χορεύουμε με το καρπούζι στο χέρι

Μια ψηφιακή εικονογράφηση από την EVArtist, σε κυβιστικό ύφος, με έντονα θερμά και ψυχρά χρώματα. Μια κοκκινομάλλα γυναίκα κάθεται σε αναπηρικό αμαξίδιο στο μπαλκόνι ενός σπιτιού στην Αθήνα, φορώντας κόκκινο καλοκαιρινό φόρεμα και κρατώντας μια φέτα καρπούζι. Δίπλα της λειτουργεί ένας ανεμιστήρας, ενώ πάνω σε ένα μικρό τραπέζι υπάρχουν κομμένες φέτες καρπουζιού και ένα ποτήρι νερό. Το μπαλκόνι είναι γεμάτο γλάστρες με παχιάφυτα και πράσινα φυτά. Στο βάθος απλώνεται η πόλη της Αθήνας με την Ακρόπολη φωτισμένη από έναν μεγάλο καλοκαιρινό ήλιο που δύει, κάτω από έναν ουρανό γεμάτο γεωμετρικά, πολύχρωμα σχήματα. Η ατμόσφαιρα αποπνέει ζεστασιά, ηρεμία και την αίσθηση ενός ήσυχου καλοκαιρινού δειλινού, ενώ η παρουσία της γυναίκας αναδεικνύει την ανεξαρτησία, την απόλαυση της στιγμής και την καθημερινή ομορφιά χωρίς στερεότυπα.

Το καλοκαίρι μπήκε χωρίς πολλές ανακοινώσεις. Δεν ήρθε με τυμπανοκρουσίες ούτε με μεγάλες υποσχέσεις. Ήρθε αθόρυβα.

Με ένα βράδυ που δεν ήθελες να μπεις μέσα. Με ένα αεράκι που εμφανίστηκε την κατάλληλη στιγμή. Με ένα καρπούζι στο ψυγείο και μια βόλτα που ξεκίνησε με το κλασικό «πάμε να δούμε πού θα μας βγάλει».

της Εύα Λαμπάρα (EVArtist) – ανάπηρη περφόρμερ, εικαστικός και δημιουργός immersive συμμετοχικών εγκαταστάσεων

Ομολογώ πως, μεγαλώνοντας, έχω αρχίσει να εκτιμώ περισσότερο τα μικρά καλοκαίρια από τα μεγάλα. Όχι εκείνα των εξωτικών προορισμών και των εντυπωσιακών φωτογραφιών. Τα άλλα. Εκείνα που χωράνε σε ένα μπαλκόνι. Με τον ανεμιστήρα να γυρίζει νωχελικά, τα τζιτζίκια να δουλεύουν υπερωρίες και τη θάλασσα να αλλάζει χρώμα κάθε ώρα, σαν να δοκιμάζει καινούργια φορέματα. Εκείνα που χωράνε σε μια αυθόρμητη βόλτα. Χωρίς πρόγραμμα. Χωρίς βιασύνη. Μόνο με διάθεση.

Μια ψηφιακή εικονογράφηση από την EVArtist, σε κυβιστικό ύφος, με έντονα γεωμετρικά σχήματα και θερμές αποχρώσεις του πορτοκαλί, του κόκκινου και του μπλε. Μια κοκκινομάλλα γυναίκα με κόκκινο μαγιό κάθεται σε αναπηρικό αμαξίδιο στην άκρη μιας παραλίας, κοιτάζοντας τη θάλασσα την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Ο ήλιος χαμηλώνει στον ορίζοντα και το φως του αντανακλάται στα κύματα, δημιουργώντας μια χρυσή διαδρομή πάνω στο νερό. Στο βάθος διακρίνεται ένας παραθαλάσσιος οικισμός χτισμένος πάνω στα βράχια, ενώ δύο άνθρωποι κολυμπούν ήρεμα στη θάλασσα. Στην ακτή υπάρχουν μια πολύχρωμη μπάλα θαλάσσης και μια πετσέτα, στοιχεία που ενισχύουν την καλοκαιρινή ατμόσφαιρα. Η εικόνα αποπνέει γαλήνη, ελευθερία και αίσθηση συμμετοχής, αναδεικνύοντας ότι η απόλαυση του καλοκαιριού, της θάλασσας και του δημόσιου χώρου ανήκει σε όλους, ανεξάρτητα από την αναπηρία.

Στις βόλτες μου συναντώ βλέμματα. Κάποια γελούν. Κάποια απορούν. Κάποια με κοιτούν λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται, σαν να προσπαθούν να λύσουν έναν γρίφο. Καμιά φορά δεν μιλούν καν σε μένα. Μιλούν στον άνθρωπο που είναι δίπλα μου.

«Κρίμα το κορίτσι…»

Ή το αγαπημένο μου:

«Τόσο όμορφη κοπέλα…»

Και κάθε φορά σκέφτομαι το ίδιο. Λες και η ομορφιά δεν μπορεί να συνυπάρχει με την αναπηρία. Λες και το σώμα μου χάλασε την ιστορία που είχαν ήδη γράψει στο μυαλό τους.

Δεν θυμώνω πια. Χαμογελάω.

Γιατί ξέρω κάτι που εκείνη τη στιγμή ίσως δεν ξέρουν εκείνοι.

Η αναπηρία δεν ακυρώνει την ομορφιά. Δεν ακυρώνει τον αισθησιασμό. Δεν ακυρώνει τον έρωτα. Δεν ακυρώνει τις βόλτες, τα παγωτά, τα ξενύχτια, τα γέλια που σε κάνουν να πονάει η κοιλιά.

Δεν ακυρώνει τη ζωή.

Ακυρώνει μόνο τα στερεότυπα.

Κι όσο εκείνοι προσπαθούν να με χωρέσουν στις λέξεις τους, εγώ χωράω τον κόσμο στις δικές μου εικόνες. Στη θάλασσα που ανοίγεται μπροστά μου. Στα πυκνά φυτά του μπαλκονιού που μοιάζουν να ακουμπούν τον ουρανό. Στον αέρα που περνά ανάμεσα στα φύλλα και στα μαλλιά μου. Στην αλμύρα που μένει πάνω στο δέρμα. Στην ελευθερία που δεν μετριέται σε βήματα αλλά σε ανάσες.

Κι όμως, την ίδια στιγμή που εγώ σκέφτομαι όλα αυτά, διαβάζω για έναν άνθρωπο σε αναπηρικό αμαξίδιο που δεν του επετράπη να επιβιβαστεί σε τρόλεϊ επειδή ήταν μόνος του.

Μια ψηφιακή εικονογράφηση από την EVArtist, σε κυβιστικό ύφος, με έντονες αποχρώσεις του μπλε, του κίτρινου και του κόκκινου. Στο αριστερό μέρος της εικόνας μια κοκκινομάλλα γυναίκα με κόκκινο φόρεμα κάθεται σε αναπηρικό αμαξίδιο, κοιτώντας μπροστά με ήρεμη και αποφασιστική έκφραση. Στο δεξί μέρος κυριαρχεί ένα σύγχρονο τραμ, ενώ στο βάθος διακρίνεται η Ακρόπολη πάνω στον λόφο. Ο ουρανός αποδίδεται με γεωμετρικά σχήματα που σχηματίζουν έναν λαμπερό ήλιο, δημιουργώντας την αίσθηση ενός φωτεινού καλοκαιρινού απογεύματος. Η πόλη αποτυπώνεται μέσα από πολύχρωμα κυβιστικά κτίρια και δρόμους, συνδέοντας το αστικό τοπίο με την τέχνη. Η σύνθεση αποπνέει δύναμη, αυτονομία και παρουσία, μετατρέποντας μια καθημερινή σκηνή μετακίνησης στην Αθήνα σε μια συμβολική εικόνα για το δικαίωμα στην ανεξάρτητη ζωή και την ισότιμη πρόσβαση στον δημόσιο χώρο.

Και αναρωτιέμαι πόσο εύκολα εξακολουθούμε να μπερδεύουμε τη φροντίδα με την επιτήρηση. Πόσο συχνά θεωρείται αυτονόητο ότι ένας ανάπηρος άνθρωπος πρέπει να συνοδεύεται για να κυκλοφορεί, να αποφασίζει, να ταξιδεύει, να υπάρχει.

Εγώ όμως, όταν βγαίνω βόλτα, δεν διεκδικώ κάτι ηρωικό. Δεν ζητώ θαυμασμό επειδή ζω τη ζωή μου.

Διεκδικώ το αυτονόητο.

Να μπορώ να πάω για ένα παγωτό. Να χαζέψω τη θάλασσα. Να χαθώ σε έναν δρόμο ένα καλοκαιρινό απόγευμα. Να επιστρέψω σπίτι με αλάτι στα μαλλιά και χυμό καρπουζιού στα χέρια.

Όπως οποιοσδήποτε άλλος.

Γιατί η ανεξάρτητη ζωή δεν είναι προνόμιο.

Είναι δικαίωμα.

Γι’ αυτό και, παρά όλα όσα ακόμη χρειάζεται να αλλάξουν, επιμένω να αγαπώ τα μικρά καλοκαίρια. Εκείνα που δεν ζητούν άδεια από κανέναν για να υπάρξουν.

Γιατί είμαι μια ευτυχισμένη ανάπηρη γυναίκα.

Όχι επειδή η ζωή μου είναι εύκολη.

Αλλά επειδή έμαθα να μη δανείζομαι το βλέμμα των άλλων για να κοιτάζω τον εαυτό μου.

Γράφει: η Εύα Λαμπάρα (EVArtist) – ανάπηρη περφόρμερ, εικαστικός και δημιουργός immersive συμμετοχικών εγκαταστάσεων